Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Ερείπια της Παλμύρας

Ὅσο περνᾶ ὁ καιρὸς καὶ κάνω ἕνα προχώρημα
βαθύτερο μὲς στὴν παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι’ ἀποχτᾶς τὴ σημασία
ποὺ δίνουν στὰ ἐρείπια οἱ ἄνθρωποι. Ἐδῶ ποὺ ὅλα

σκουπίζονται, τὰ μάρμαρα κι’ οἱ πέτρες κι’ ἡ ἱστορία
μένεις ἐσὺ μὲ τὴν πυρακτωμένη σου πνοὴ γιὰ νὰ θυμίζεις
τὸ πέρασμα ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιά, τὴ μνήμη
ἐκείνου ποὺ ἐσίγησε ἀνεπαίσθητα ἐντός μου
σφαδάζοντας στὴν ἴδια του κατάρρευση κι’ ἀκόμα
τοὺς ἄλλους ποὺ ἀνύποπτοι μὲς σὲ βαθὺν ὕπνο διαρρέουν.
Ὅσο περνᾶ ὁ καιρὸς καὶ προχωρῶ βαθύτερα
στὸ ἀκίνητο φθινόπωρο ποὺ μαλακώνει πλένοντας
μὲ φῶς τὰ πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στὴ χρυσωμένη δωρεὰ τοῦ ἥλιου μιὰ ἐγκατάλειψη
γιὰ ὅσα περιμένω καὶ δὲν πῆρα, γιὰ ὅσα
μοῦ ζήτησαν κι’ ἀρνήθηκα μὴ ἔχοντας, γιὰ ὅσα
μοιράστηκα ἀπερίσκεπτα καὶ μένω
ξένος καὶ κουρελιάρης τώρα.
Μὰ ὅταν μὲς στὴ θρυμματισμένη θύμηση ἀναδεύω
ἐρείπια, βρίσκω ἀπόκριση βαθιὰ γιατί τὰ μάρμαρα
κι’ οἱ πέτρες κι’ ἡ ἱστορία μένουν γιὰ νὰ θυμίζουν
τὸ πέρασμά σου ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιὰ – ἀπόκριση κρυφὴ
γιὰ ὅσα περιμένω καὶ δὲν πῆρα.


Από την συλλογή «O θάνατος του Μύρωνα» του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, εκδ. Διαγώνιος

Τα ερείπια της Παλμύρας αποτελούν κατ’ ουσία ένα ποίημα για τη σημασία που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι, για τα ερείπια της ζωής μας. Η Παλμύρα υπήρξε κατά την αρχαιότητα σημαντική πόλη της κεντρικής Συρίας. Για αιώνες ήταν ζωτικός σταθμός για τα καραβάνια που διέσχιζαν τη Συριακή έρημο και ήταν γνωστή ως η «Νύμφη της Ερήμου». Για την μυθολογία υπήρξε τόπος που φιλοξενούσε μια από τις εισόδους Του Άδη.

Ο Ασλάνογλου ατενίζει τη ζωή του ήρωα του και τώρα που προχώρησε ο καιρός και νιώθει να έχει κάνει βήμα βαθύτερο μες στην παραδοχή του επικείμενου θανάτου, τον καιρό που όλα σκουπίζονται, βλέπει αυτή την αγαπημένη του Πόλη, το αλλοτινό πλούσιο κέντρο των καραβανιών να έχει μετατραπεί σε ερείπιο. Ερείπιο, αλλά ταυτόχρονα αγαπημένο θυμητάρι των καιρών που ήταν, εξαιτίας της, ευτυχισμένος. Αυτός κρατά ό,τι οι άλλοι αδυνατούν να δουν.

Αφήνει στους άλλους τους ανύποπτους επισκέπτες των λίγων στιγμών και των ανεπαίσθητων εντυπώσεων τα μάρμαρα τις πέτρες και την ιστορία και κρατά για τον εαυτό του την πυρακτωμένη της πνοὴ για να του θυμίζει το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός του σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση. Αυτό που χάθηκε δεν είναι, δεν μπορεί να είναι το ίδιο για όλους τους ανθρώπους. Η απώλεια όπως και η ευτυχία δεν μετριέται για όλους το ίδιο. Ο άλλος αφήνει ερείπια, ο άλλος τη ζωή του.

Ο ήρωας συνεχίζει τη ζωή του προχωρώντας βαθύτερα, γερνώντας, στο ακίνητο φθινόπωρο βλέπει στη δωρεά του ήλιου την εγκατάλειψη. Την εγκατάλειψη αυτή που έκανε την πλούσια Παλμύρα ερείπια στα μάτια ανύποπτων επισκεπτών. Αυτό που ο ίδιος κάποτε λάτρευε έγινε τώρα από αντικείμενο λατρείας, φτηνό μπακίρι στα παζάρια των ξένων αναγκών, έγινε κάτι πεπαλαιωμένο, δίχως ομορφιά, δίχως χρήση, δίχως αγάπη.

Ο Ασλάνογλου βάζει την εγκατάλειψη του ήρωα του σαν ένα μαχαίρι που κόβει τον καιρό στα δύο. Βάζει την εγκατάλειψη σαν ένα μεγάλο ερωτηματικό, ένα τεράστιο ανανταπόδοτο παράπονο, μια πλησμονή ανεκπλήρωτη, που άλλαξε τη μοίρα του και τον ίδιο. Η περιγραφή του ποιητή είναι συγκλονιστική. «Μια εγκατάλειψη για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα μου ζήτησαν κι’ αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω ξένος και κουρελιάρης τώρα». Για όλα όσα έγινε χωρίς την Παλμύρα, ζώντας ως ξένος και κουρελιάρης σε πόλεις που δεν αγάπησε ποτέ βαθιά όπως αγάπησε εκείνη. Ζώντας σε αυτήν ήταν κάποιος, ζώντας έξω από αυτή δεν ήταν κανείς. Τώρα που η Παλμύρα κατήντησε ερείπια αυτό που του θυμίζει το πρόσωπό του ήταν οι μέρες που έζησε στην ακμή της. Πριν την εγκαταλείψει και πριν τον εγκαταλείψει. Όλα έξω από αυτή τη σχέση έγιναν ερείπια.

Άλλην ελπίδα, άλλο τίποτε να τον κρατά στη ζωή δεν έχει παρά τη θύμησή της. Έτσι λοιπόν αναδεύοντας ο ίδιος μες στη θρυμματισμένη θύμηση μέσα από τα ερείπια των πολλών, αυτός ακούει τη βαθιά απόκριση, αυτό το ανεξάλειπτο, αυτό το κάτι μεταξύ των ανθρώπων που δεν χάνεται ποτέ και μένει πάντα για «να θυμίζουν το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά – απόκριση κρυφή για όσα περιμένω και δεν πήρα».

Την επόμενη φορά που ως επισκέπτες με το εισιτήριο στο χέρι επισκεφτούμε κάποια Παλμύρα, ας αναλογιστούμε πως κάτω από τα ερείπια και τα μάρμαρα υπάρχει ένα μεγαλείο αλλοτινό που μεταμόρφωνε τους ανθρώπους. Υπάρχει η μεταμορφωτική σχέση που χωράει σε δυο ζωές ή αν προτιμάτε χωρούν τόσα μάρμαρα και τόσα ερείπια σε δυο ζωές. Υπάρχει, ανύποπτε κοιμισμένε μου επισκέπτη, «τὸ πέρασμά ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιὰ – ἀπόκριση κρυφὴ γιὰ ὅσα περιμένω καὶ δὲν πῆρα». Μα εσύ τη σημασία αυτή δεν θα τη βρεις ποτέ. Για σένα η Παλμύρα θα είναι μόνο μάρμαρα κι ερείπια.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Ἐν ἑσπέρᾳ

Πάντως δὲ θὰ διαρκούσανε πολύ. Ἡ πείρα
τῶν χρόνων μὲ τὸ δείχνει. Ἀλλ' ὅμως κάπως βιαστικὰ
ἦλθε καὶ τὰ σταμάτησεν ἡ Μοίρα.
Ἤτανε σύντομος ὁ ὡραῖος βίος.
Ἀλλὰ τί δυνατὰ
ποὺ ἤσαν τὰ μύρα,
σὲ τί ἐξαίσια κλίνην ἐπλαγιάσαμε,
σὲ τί ἡδονὴ τὰ σώματά μας δώσαμε.
Μία ἀπήχησις τῶν ἡμερῶν τῆς ἡδονῆς,
μία ἀπήχησις τῶν ἡμερῶν κοντά μου ἦλθε,
κάτι ἀπ' τῆς νεότητός μας τῶν δυονῶ τὴν πύρα•
στὰ χέρια μου ἕνα γράμμα ξαναπῆρα,
καὶ διάβαζα πάλι καὶ πάλι ὡς ποὺ ἔλειψε τὸ φῶς.
Καὶ βγῆκα στὸ μπαλκόνι μελαγχολικά-
βγῆκα ν' ἀλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ὀλίγη ἀγαπημένη πολιτεία,
ὀλίγη κίνησι τοῦ δρόμου καὶ τῶν μαγαζιῶν.


Από τα Ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Η δύναμη της αδυναμίας

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Προσποιήσου κι απόψε πως ζεις

Προσποιήσου κι απόψε πως ζεις. Πως έζησες. Βγες έξω, διασκέδασε σαν τους πολλούς, άκου τα τραγούδια που θα’ χεις ξεχάσει πριν ακουστεί το επόμενο, πες πως περνάς καλά, άκου τις πληκτικές ιστορίες των άλλων με το μυαλό σου στην αυριανή σου εκδρομή. Διαβεβαίωσε τους γύρω σου πως παραμένεις νέος, τόσο ώριμος μα και τόσο νέος, οι άλλοι γερνάνε, εσύ απλά ωριμάζεις, τα γηρατειά είναι αρρώστια άλλων, πείσε τους πως εσύ δεν γερνάς, εσύ περνάς πολύ καλά για να γερνάς, παραμένεις νέος, μα τόσο νέος. Σήκωσε το ακουστικό, κάλεσε τον πρώτο αριθμό που θεωρείς διαθέσιμο, γίνετε δυο, τρεις, γίνετε χίλιοι δεκατρείς, απόψε, τα βράδια του καλοκαιριού πρέπει να διασκεδάζεις με χίλιους δεκατρείς, να βρίσκεσαι ανάμεσά τους, δίπλα τους, να διασκεδάζεις μαζί τους, εξαιτίας τους, τόσο αδιάφορα, τόσο περιττά, τόσο ξένα δίπλα τους.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Μίλα βιαστικά για όσα κατόρθωσες σήμερα, στις βιαστικές συναλλαγές σου, για το εύκολο ωράριο, για την ανέξοδη επαφή σου με τους ανθρώπους. Υπήρξες και σήμερα τόσο καλός, τόσο γενναιόδωρος, τόσο σοφότερος, τόσο πιο ψηλά από την μετριότητα και το τέλμα των πολλών, τόσο αξιαγάπητος, τόσο δραστήριος, τόσο αισιόδοξος. Ναι, θα μπορούσες απόψε να σώσεις όλο τον κόσμο. Αρκεί να σε έβλεπαν όλοι. Οι γύρω σου κι απόψε σε έχουν όλοι ανάγκη, κρατάνε τα καλά τους λόγια για να τ’ ακούσεις, δε μετράνε το χρόνο, το κέντρο του κόσμου τους, του κόσμου όλου είσαι μόνον εσύ.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Κάλεσε το ταίρι σου, πες του να έρθει να σε πάρει με το αμάξι, πρέπει να πάτε παραλιακή, να βρείτε τους χίλιους δεκατρείς, πρέπει να δουν όλοι τα νέα πανάκριβα ρούχα σου, τι θα’ σουν δίχως αυτά, τι θα’ σουν δίχως τα βλέμματά τους πάνω σου, τον θαυμασμό τους, τα τόσο όμορφα πανάκριβα ρούχα πάνω στην τόσο φτηνή ζωή σου. Καθίστε μαζί, φίλησέ τον/την κάθε τρία και σαράντα δύο, τρυφερά όπως στις διαφημίσεις, ψιθύρισέ του κάτι στο αυτί, χαμογέλασε για λίγο, ξαναγύρνα στη θέση σου, κάνε πως γελάς, πως διασκεδάζεις, πιες αργά το campari σου, ρίξε μια ματιά στα βλέμματα των θαυμαστών σου, πέρασαν τα τρία και σαράντα δύο πρέπει να τον/την ξαναφιλήσεις. Συνέχισε έτσι, πρέπει να μείνετε εδώ ως τις τρεις και δεκαεπτά ακριβώς, λίγο πριν αρχίσουν να αραιώνουν οι θαυμαστές.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Ρώτα τον εαυτό σου αν νιώθεις χαρούμενος και ό,τι κι αν σου πει εσύ άκουσε μόνο το ναι. Γράψε ένα σύντομο μήνυμα στο ταίρι σου πως και απόψε σου χάρισε τον Παράδεισο στο πιο in στέκι της παραλιακής, γράψε στη σελίδα σου στο facebook πως κι απόψε υπήρξες ζωντανός, πες το δυνατά να το ακούσουν όλοι, πιο δυνατά, μπας κι ακουστεί το ερωτηματικό στο τέλος κάθε σου σκέψης. Πρέπει όλοι να πειστούν, με φωτογραφίες, με λόγια, με εικόνες, με σχόλια πρέπει όλοι να πειστούν πως κι απόψε υπήρξες ζωντανός. Η ευτυχία κι απόψε κυλά ανάμεσα στα σκέλια σου, κυλά στα καλώδια του διαδικτύου που μεταφέρουν επευφημίες θαυμαστών σου, κυλά ανάμεσα στα χιλιοειπωμένα λόγια που θες να σου πουν ποιος είσαι, κυλά ανάμεσα από τα χέρια σου, σαν το νερό. Σαν το χρόνο.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Γύρνα αργά στο σπίτι, πλημμυρισμένος από ευτυχία, από σιγουριά πως κι απόψε τους έπεισες όλους, πλημμυρισμένος από βεβαιότητα πως επιτέλους κι απόψε αξίζει να κοιμηθείς με γαλήνη. Ονειρέψου τη ζωή που δεν έζησες, θα είναι όνειρο αύριο, κλείσε τη μέρα σου με την αγωνία για τα αυριανά σου ψώνια, με τον προγραμματισμό για την αυτοεπιβεβαίωση που χρειάζεσαι, με το παράπονο για το πήδημα που δεν πρόλαβες απόψε, με την πρόβα του «σ’ αγαπώ» που κι αύριο πρέπει να ακούγεται πειστικό, πρώτα για σένα, κλείσε τη μέρα σου με την επιβεβαίωση πως ναι, κι απόψε έζησες.

Προσποιήσου κι απόψε πως ζεις. Οι άλλοι όλοι δεν ξέρουν τίποτα.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Ζωή προ ελευθερίας



(Έλαβε το ειδικό βραβείο στο φεστιβάλ παιδικού κινηματογράφου του Βερολίνου το 2006) Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Μια εξομολόγηση

Πολλές φορές συμβαίνει να διαβάζεις ένα βιβλίο, άλλα να περιμένεις από αυτό και άλλα να ανακαλύπτεις. Μια τέτοια ευχάριστη έκπληξη δοκίμασα ολοκληρώνοντας την Εξομολόγηση του Τολστόι. Η αλήθεια είναι πως ως συγγραφέας ο Τολστόι με είχε συνηθίσει σε άλλα μοτίβα, περισσότερο κλασσικά, λογοτεχνικά. Αυτό το βιβλίο αποτελεί ένα πρώτης τάξης ημερολόγιο ενός ανθρώπου των φυσικών επιστημών που ακολουθεί συνειδητά τους δρόμους της Μεταφυσικής.

Μέσα από μια αφοπλιστική λογική και ειλικρινέστατη καταγραφή των σκέψεών του ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας μεταφέρει τους προβληματισμούς και την ωριμότητα που τον οδήγησε να απαντήσει στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Όντας ένας διακεκριμένος άνθρωπος της εποχής του, έχοντας βιώσει πληθώρα έντονων και σπάνιων στιγμών, έχοντας κατακτήσει πολλά περισσότερα από πολλούς άλλους παρατήρησε στον εαυτό του πως οδηγούνταν σε αδιέξοδο. Ως μόνη λύση πρόβαλε η αυτοκτονία. Ως μια ειλικρινή απάντηση μέσα από σωρεία φιλοσοφικών και λογικών συνειρμών πως η ζωή έχει κάποιο λόγο για να υπάρχει. Το μεγάλο ερώτημα λοιπόν που έθεσε ο Τολστόι στον εαυτό του ήταν για ποιο λόγο να ζει, γιατί να συνεχίσει να ζει. Τι σήμαινε αξία στη ζωή, ποιος ο προορισμός της και γιατί τέλος πάντων να μην έχουμε οι ίδιοι την ευθύνη για την ποιότητα της, τη διακοπή ή το χρόνο που θα σταματήσει.

Σε όλα αυτά τα ερωτήματα ο συγγραφέας θα βρει μόνο μια απάντηση την οποία αποφασίζει να ακολουθήσει συνειδητά με κάθε κόστος. Αυτή του την εκλογή θα τη διυλίσει μέσα από το κόσκινο της επιστημονικής λογικής και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Καταλήγει να πορευτεί εκεί που ως χθες περπατούσε αδιάφορος, να βλέπει και να μοιράζεται πράγματα που μέχρι πρότινος δεν τον απασχολούσαν με μια νέα ξεκάθαρη ματιά που έδινε ένα νόημα, μια απάντηση στο εναγώνιο ερώτημα περί ζωής.

O τίτλος ευρηματικός καθώς το ημερολογιακό στοιχείο μπερδεύεται με τον εξομολογητικό χαρακτήρα του έργου. Στο τέλος δεν θυμόμαστε σε ποιον απευθύνεται ο Τολστόι «εξομολογούμενος», στον εαυτό του, σε εμάς, σε όσους είναι σε αδιέξοδο, σε αυτούς που γυρεύουν απάντηση σε σπουδαία ερωτηματικά, στους απελπισμένους ή απέναντι στη μοίρα του.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου είχα την απορία, εάν δεν γνώριζα εκ των προτέρων το συγγραφέα, πώς ένα τέτοιο βιβλίο είναι δυνατόν να μην έχει γραφτεί από έναν άνθρωπο μυημένο στον κόσμο των φυσικών επιστημών. Ίσως και μόνο για αυτή την έκπληξη να άξιζε να διαβαστεί.

Το βιβλίο «Μια Εξομολόγηση» του Λ. Τολστόι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa
Ολόκληρη η ανάρτηση...