Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Όνειρο ήταν...

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Χωρίς να σε βλέπω

Χωρίς να σε βλέπω χωρίς να σου μιλάω
χωρίς ν' αγγίζω ούτε μια σκιά απ' το βήμα σου
χωρίς - πόσο γυμνός ακόμα θα 'θελες να μείνω;
Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.
Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματά μου
όταν ανασκευάζω το χαμόγελό σου
όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα
μη με πιστεύεις - κι όμως σου λέω την αλήθεια.
Δεν την αντέχω αυτή τη μάταια ελπίδα
να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη
μα κάθε βράδυ τη ζεσταίνω απ' την αρχή.

Από "Τα ποιήματα" του Τίτου Πατρίκιου, εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Αυτός, αυτή και τα μυστήρια

Χθες βράδυ επιστρέφοντας από μια βόλτα, έτυχε και συναντήθηκα με ένα γνωστό μου ζευγάρι που είχα να δω εδώ και καιρό. Τα τελευταία χρόνια ζουν στους Παξούς όπου έχουν διοριστεί και οι δύο. Αφού είπαμε τα σχετικά ρώτησα, κάπως αφελώς: και πότε σκέφτεστε να παντρευτείτε; Κοιτάχτηκαν απότομα μεταξύ τους.
Αυτός: Εγώ με αυτήν; Ποτέ;
Αυτή: Εγώ με αυτόν; Όχι δα. Ποτέ.

Με κοίταξαν κι οι δυο, αυτός χαμογέλασε -Δε ξέρω θα δούμε –Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμα, θα δούμε συμπλήρωσε αυτή. Χαιρετηθήκαμε και έπειτα οι δυο τους έφτασαν στο σπίτι που τους φιλοξενεί. Κλείδωσαν το δωμάτιο, ξεντύθηκαν, έπεσαν για ύπνο, κοιτάχτηκαν πάλι, έκλεισαν τα μάτια, - Καληνύχτα – Καλό βράδυ.

Αυτή: Ως πότε θα εξακολουθώ να κοιμάμαι μαζί του;
Αυτός: Άλλη μια νύχτα μαζί της. Πώς αντέχω;
Αυτή: Κατέστρεψες τη ζωή μου.
Αυτός: Για όλα κατηγορεί τους άλλους τον εαυτό της ποτέ. Ανεύθυνη.
Αυτή: Δεν πήρε ποτέ τη σωστή απόφαση. Όλα τα περίμενε από εμένα.
Αυτός: Πάντα ήθελε να γίνεται το δικό της. Εγωίστρια.
Αυτή: Σιχαίνομαι πολλά πάνω του, γιατί τα ανέχομαι;
Αυτός: Δε βλέπει πώς έχει γίνει; Πώς να συνεχίσω να την καλοβλέπω;
Αυτή: Είμαι πανέμορφη. Μοιάζει πολύ λίγος δίπλα μου.
Αυτός: Με εξάντλησε, έχασα την υπομονή μου.
Αυτή: Αν δεν τον είχα γνωρίσει θα είχα ήδη παντρευτεί, θα είχα παιδιά.
Αυτός: Κάποτε με λάτρευε. Ψέμα ήταν, όχι αγάπη, όσα έλεγε.
Αυτή: Κανείς δεν τον έχει αγαπήσει όσο εγώ. Τώρα όμως είναι ξένος.
Αυτός: Κάποτε θα έδινα τη ζωή μου για αυτή. Τώρα τη βαριέμαι.
Αυτή: Πώς κατάντησα έτσι;
Αυτός: Πώς κατάντησα έτσι;

Αυτή άνοιξε τα μάτια, το ίδιο κι αυτός. - Θέλω να σου πω κάτι. –Το ίδιο κι εγώ. Άνοιξε το πορτατίφ δίπλα του. - Ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ; - Κι εγώ. Ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ; Κοιτάχτηκαν με τη γλύκα των ηττημένων στα μάτια. Το μόνο που ήθελαν ήταν να τους αγαπήσει κάποιος όσο οι ίδιοι αγαπούσαν τον εαυτό τους. Δυστυχώς όμως το ένα μόλις βήμα έξω από τον εαυτό του δεν το έκανε κανείς τους. Κι έτσι συνέχισαν να αγαπάνε περισσότερο από όλους τον εαυτό τους και μόνο. Κι έτσι κατέληξαν να συμφωνούν μόνο στην απορία για το πώς κατάντησαν.

Η αγάπη είναι μυστήριο. Μόνο που δεν τελειώνει στον εαυτό μας κι αν δε βγει από εκεί, δε θα λυθεί ποτέ.

Αυτός: - Καληνύχτα γλυκιά μου. Δεν ήθελα κάτι.
Αυτή: Καληνύχτα μωρό μου. Ούτε εγώ...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Τα σύνορα

Ὄχι! Ὄχι! Ποτὲ μὴν ἀναγνωρίσεις τὰ σύνορα τοῦ ἀνθρώπου! Νὰ σπᾶς τὰ σύνορα! Ν'ἀρνιέσαι ὅ,τι θωροῦν τὰ μάτια σου! Νὰ πεθαίνεις καὶ νὰ λές: Θάνατος δὲν ὑπάρχει!

Από την «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη, εκδόσεις Καζαντζάκη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Προσωπική υπόθεση

Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω
έμαθα να βρίσκω.
Από τότε που ένας άνεμος μου εναντιώθηκε
ταξιδεύω με όλους τους ανέμους.

Από "Τα ποιήματα" του Φρήντριχ Νίτσε, εκδόσεις Βάρδια. Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Μνήμη και ευγνωμοσύνη

Έστω και με ένα μήνα καθυστέρηση το Υπουργείο ονείρων θα ήθελε να «ξεπληρώσει» ένα χρέος ευγνωμοσύνης απέναντι στη μεγάλη ελληνίστρια και ακαδημαϊκό Ζακλίν ντε Ρομιγύ η οποία έσβησε στις 19/12/2010, ένα μήνα ακριβώς πριν, στο νοσοκομείο Ambroise-Pare de Boulogne-Billancourt, κοντά στο Παρίσι. «Ηταν άρρωστη από καιρό, παρ΄όλα αυτά, είναι ένα πολύ μεγάλο σοκ», δήλωσε ο Μπερνάρ ντε Φαλουά. Ακαδημαϊκός η Ρομιγύ άφησε πίσω της εκτός των άλλων ένα σημαντικό έργο για την Αθήνα του 5ου αιώνα απ' όπου «ξεκίνησαν όλα»: η φιλοσοφία, η ιστορία, η τραγωδία, η κωμωδία, οι σοφιστές.

Γεμάτη θαυμασμό για την εποχή εκείνη, μελέτησε πολύ Θουκυδίδη, που τη γοήτευσε με την ωραιότητα και την ευαισθησία του λόγου του, τον οποίο αποκαλούσε "έναν από τους άνδρες της ζωής της", καθώς επίσης τον Όμηρο, τον Αισχύλο, τον Ευριπίδη.

Όσοι συνάντησαν αυτήν τη μικροκαμωμένη γυναίκα με τα μπλε μάτια και τα λευκά μαλλιά, διαπίστωσαν ότι τα ελληνικά την έκαναν ευτυχισμένη, ότι τη διέκρινε μια βαθειά εσωτερική γαλήνη και ότι ήταν ένας άνθρωπος παθιασμένος και με χιούμορ παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ήταν τυφλή.

Η Ζακλίν ντε Ρομιγύ γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου του 1913 στην πόλη Σαρτρ. Ο εβραίος πατέρας της σκοτώθηκε στο μέτωπο όταν η Ζακλίν ήταν ενός έτους. Τη μεγάλωσε η μητέρα της, μυθιστοριογράφος.

Η Ρομιγύ σπούδασε Λατινικά και Αρχαία Ελληνικά στο "Lycee Moliere". Σε ηλικία μόλις 17 ετών, το 1933, γίνεται η πρώτη γυναίκα υποψήφια στο Concours General της Γαλλίας (γενικές εξετάσεις για αριστούχους), ύστερα η πρώτη γυναίκα καθηγητής στο περίφημο College de France και η δεύτερη γυναίκα ακαδημαϊκός στη Γαλλική Ακαδημία, μετά την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Μεταφράστρια των Ελλήνων κλασικών στα γαλλικά η Ζακλίν ντε Ρομιγύ, δημοσίευσε πλήθος μελετών για την αρχαία ελληνική γραμματεία και ιστορία ενώ δίδαξε ως καθηγήτρια της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στα πανεπιστήμια της Λιλ, της Σορβόνης και στο College de France.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας της διατέλεσε διδάκτωρ σε μερικά από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, ανάμεσα στα οποία αυτά της Οξφόρδης, των Αθηνών, του Δουβλίνου, του Μόντρεαλ και του Γέιλ. Το 1995 της δόθηκε η ελληνική υπηκοότητα και το 2001 ανακηρύχθηκε πρέσβειρα του Ελληνισμού.

Η Ρομιγύ δεν ήταν φιλέλληνας ή κάτοικος Ελλάδος ή όποια άλλη λεκτική χρήση, περισταλτική του ελληνικού νοήματος εφευρεθεί, για δήθεν ενδυνάμωση της κρατικής μας υπόστασης.

Ήταν ελληνίστρια, έζησε την Ελλάδα, με την Αθήνα του 5ου αιώνα σαν «επιστημονικό παράδειγμα», σαν αναφορά οδηγητική στην γέννηση ιδεών, στην εφευρετικότητα που επινοεί τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, το νόμος το μέτρο, την ηπιότητα, τελικά το ανθρώπινο που ορίζεται ως ρύθμιση του συναισθήματος.

Χαρακτηριστικό στη σκέψη της Ρομιγύ, το παράδειγμα «ενσυναίσθησης» του ομηρικού Οδυσσέα. Ο θνητός ήρωας, ένθεος καθότι άνθρωπος, αρνείται την πρόσκληση της θεάς Αθηνάς που τον καλεί να παρακολουθήσει το χαμό του εχθρού του Αίαντα, δηλαδή λέει όχι σε μια από τις ισχυρές παρορμήσεις του. «Είμαι άνθρωπος και θα μπορούσε να μου συμβεί το ίδιο».

Πρόκειται για την ελληνική -κατά Ρομιγύ - εκδοχή της ουσίας του ανθρώπινου , ως συνείδησης του κοινού, του ισόμοιρου, το οποίο και λειτουργεί σαν ρυθμιστής, σαν διευθυντής ορχήστρας στην εσωτερική συναυλία των οργάνων-θεών, παρορμήσεων , συναισθημάτων- που προκαλεί η ζωή και το γεγονός.

Δεν υπάρχει άλλος θεός εκτός των μονίμως ενοικούντων στην «ψυχή» των ανθρώπων. Η συναίσθηση της κοινής υπόστασης, η δυνατότητα να βλέπεις στον άλλο την κοινή ανθρώπινη ουσία, είναι η τελική επαναστατική ιδέα, αυτή που προσδίδει στον ελληνισμό την οικουμενικότητα. Γιατί προσφέρει στο άτομο το ουσιώδες κριτήριο στην επιλογή στάσεων, συμπεριφορών, πράξεων. Είναι η πυξίδα ατομικής αλλά και συλλογικής ζωής, είναι ο πυρήνας του Κόσμου.

Τα υπόλοιπα που διαχρονικά επέζησαν ως σκέψη και κόσμος Ελλάδας, από τη γέννηση της δημοκρατίας έως την έννοια του τραγικού, είναι απλώς επιτεύγματα αυτής της ιδιοφυούς σύλληψης που συνδέει το ατομικό και μερικό με το γενικό και συλλογικό , λειτουργώντας ως έννοια οικουμενική, ως παράδειγμα καθολικό.

Έτσι στον αρχαϊκό δημόσιο βίο η συνείδηση της κοινής ουσίας οδηγεί στην αναγνώριση της κοινής μοίρας ως ενδεχόμενου- μπορεί να βρεθώ στη θέση του- και οικοδομεί σε αυτή τη βάση το κοινό συμφέρον, δηλαδή την επιλογή του να ζούμε μαζί- αφού μοιραζόμαστε κάτι κοινό- εφευρίσκοντας, επινοώντας παράλληλα τα «εργαλεία» αυτής της δύσκολης τέχνης. Τη δημοκρατία, τους νόμους, τους θεούς, τους ήρωες δηλαδή τις αξίες που καθολικά διέπουν, χρωματίζουν, ζωογονούν, το εφήμερο, το συγκεκριμένο, το καθημερινό.

Η ροή της Ελληνικής σκέψης, η συνεχής συγκρουσιακή μετάβαση από το ειδικό στο γενικό, και αναδραστικά από το καθολικό στο συγκεκριμένο, αποκαλύπτεται στην εκδοχή Ρομιγύ, με την αρμονία και την πλαστικότητα που έχει ένα γλυπτό της κλασσικής εποχής ή ένα απόσπασμα λυρικής ποίησης.

Γι’ αυτό στη σύλληψη της δημοκρατίας η ελευθερία ορίζεται ως πράξη της επιλογής. Και γι’ αυτό δεν κατοχυρώνεται η ελευθερία αλλά η δυνατότητα επιλογής. Δηλαδή η ατομική συνείδηση της κοινής μοίρας, επιβάλλει το συλλογικό αγαθό της ισότητας δυνατοτήτων επιλογής.

Αναπολούμε; Διηγούμαστε τα ένδοξα;

Η νοσταλγία και η συγκίνηση είναι φανερά, όμως ο λόγος, όπως και η Ρομιγύ θα έλεγε, είναι πάντα το τώρα και το εδώ.

Αν κάτι μας οδηγεί αναπόδραστα στην παρακμή, δεν είναι η ανεργία, η αδράνεια θεσμών, η οικονομική ανέχεια ή όποιες άλλες εκδηλώσεις χρεοκοπίας θα ήθελε να συμπεριλάβει κανείς.

Μας λείπει, στη συλλογική μας σημερινή παρουσία, όπως καθημερινά εκδηλώνεται στον ίδιο τόπο που ζούμε, το βασικό γιατί, ο αξιακός λόγος κοινής ύπαρξης.

Όχι σαν συγκεκριμένο ερώτημα του γιατί ζούμε μαζί, αλλά σαν στοχαστική προσπάθεια, θετική διεργασία σκέψης στην κατεύθυνση της αναζήτησης κοινών αναφορών για ένα νέο ξεκίνημα. Μας λείπει κάτι σαν τη σκέψη του Οδυσσέα που ανέδειξε η Ρομιγύ.

Ψηφίδα ψηφίδα, με αφετηρία τη φαντασία των παραδόσεων μας και το κεφάλαιο εμπιστοσύνης που γεννά η συνείδηση της ιστορικότητας, χρειάζεται να ορίσουμε τον χάρτη των αξιών του κοινού συμφέροντος για να αντικαταστήσουμε αυτό που απέτυχε. Να αντικαταστήσουμε αυτό που ζήσαμε, την συνειδητή ή όχι συνομολόγηση μιας απο-ανθρώπινης, κοινής υπερ-καταναλωτικής, οξειδωτικής αντίληψης της ευτυχίας ως συσσώρευσης αγαθών.

Που μας χρεοκόπησε γιατί υποχρεωτικά οδηγεί στο να χρησιμοποιούμε «τη σκέψη του Οδυσσέα» ανάποδα. Κοιτάμε μεν τον άλλο όχι όμως για να συναισθανθούμε, αλλά για να συγκριθούμε στη βάση του αν θα χάσει όσα και εμείς από τον μισθό, τις απολαβές, εάν θα «δυστυχήσει» εξίσου.

Και αυτό, συνδικάτα και άτομα και πολιτικοί και ταγοί, το ονομάζουμε δικαιοσύνη και ισομοιρία και προοδευτική πολιτική, κοινωνικό πρόσωπο.

Από εκεί χρειάζεται να αρχίσουμε, αυτή την αναστροφή να ανατρέψουμε. Τότε η ανάπτυξη που κάποιοι εντελώς εργαλειακά και περιοριστικά, θεωρούν τεχνικό ζήτημα, και η ελπίδα που καθολικά αποζητούμε, θα προκύψουν αβίαστα. Ελληνικά.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Μαθήματα ζωής από έναν μικροσκοπικό γίγαντα

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Άστρο φωτεινό

Αυτός που το πρόσωπό του δεν αναδίνει φως, δεν θα γίνει ποτέ άστρο.

Από το "Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης" του Ουίλιαμ Μπλέηκ, εκδόσεις Νεφέλη Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Αναπαρθενευμένος κόσμος

Να τι είναι ίσως μια πετυχημένη ζωή: μια ζωή σε κατάσταση αναγέννησης, αέναης ανάπλασης, όπου η ικανότητα να ξαναρχίζεις κατανικά τον επίκτητο χαρακτήρα και τη μέριμνα της αυτοσυντήρησης. Μια ζωή όπου τίποτα δεν είναι παγιωμένο και μη αναστρέψιμο. Μια ζωή που παραχωρεί ακόμα και στο φαινομενικά πιο άκαμπτο πεπρωμένο, ένα περιθώριο παιχνιδιού που είναι το περιθώριο της ελευθερίας. Και τότε η παιδικότητα δεν είναι πια ένα παθητικό καταφύγιο, η ανομολόγητη μεταμφίεση του γερασμένου ενηλίκου, αλλά το συμπλήρωμα μιας ήδη ολοκληρωμένης ζωής, το ευφρόσυνο ξεχείλισμα εκείνου που, έχοντας διανύσει το δρόμο του, μπορεί να ξαναλουσθεί μες στην αυθορμησία και τη μαγεία των πρώτων χρόνων. Και τότε η παιδικότητα σαν μια σχεδόν θεία χάρις μπορεί να φωτίσει το πρόσωπο του γέροντα έτσι καθώς η πρώιμη γήρανση μπορεί να εντυπωθεί στο πρόσωπο του νέου, «Το να γεννιέσαι δυο φορές δεν είναι πιο εκπληκτικό από το να γεννιέσαι μια φορά» (πριγκίπισσα Μπιμπεσκό)

Απόσπασμα από το «Ο πειρασμός της αθωότητας» του Πασκάλ Μπρυκνέρ, εκδόσεις Αστάρτη

Την έκφραση αναπαρθενευμένος κόσμος την πρωτοσυνάντησα στην ποίηση του αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου και έπειτα πολλές φορές στον Ελύτη. Τη λάτρεψα. Τη θεωρώ από τις τρεις –τέσσερις πιο όμορφες, πιο ουσιαστικές, εκφράσεις που υπάρχουν στη γλώσσα μας.

Πολλές φορές στη ζωή του καθενός έρχονται ώρες που νιώθεις ή πολύ γέρος για να ξεκινήσεις κάτι ή τραγικά ανήμπορος να αλλάξεις κάτι. Το καταπραϋντικό έρχεται αμέσως. Να άλλαζα αυτό, αν δεν είχα κάνει εκείνο, αν εδώ είχα φερθεί διαφορετικά. Κοντολογίς αν ζούσα τη ζωή ενός άλλου όλα θα ήταν καλύτερα. Στη ζωή δίχως λάθη όλα θα ήταν τέλεια. Αλλά αυτό δεν είναι ζωή.

Ο Μπρυκνέρ, στο θαυμάσιο «πειρασμό της αθωότητας» μας προκαλεί να ανακαλύψουμε τη χαμένη παιδικότητά μας ακόμη και στα πενήντα, στα τριάντα, στα εξήντα ή κι αργότερα. Προσέξτε με τι ευρηματικότητα ορίζει την επιτυχημένη ζωή: μια ζωή σε κατάσταση αναγέννησης, αέναης ανάπλασης, όπου η ικανότητα να ξαναρχίζεις κατανικά τον επίκτητο χαρακτήρα και τη μέριμνα της αυτοσυντήρησης. Μια ζωή όπου τίποτα δεν είναι παγιωμένο και μη αναστρέψιμο. Μια ζωή που παραχωρεί ακόμα και στο φαινομενικά πιο άκαμπτο πεπρωμένο, ένα περιθώριο παιχνιδιού που είναι το περιθώριο της ελευθερίας. Θυμάσαι πότε ήταν η τελευταία φορά που αποφάσισες και έκανες το πρώτο βήμα για ένα νέο ξεκίνημα; Θυμάσαι μήπως πότε συνέλαβες για τελευταία φορά τον εαυτό σου να νιώθει παιδί;

Το μυστικό κατά τον συγγραφέα βρίσκεται κάπου εκεί. Βρίσκεται στη διάθεσή σου να κάνεις ό,τι κάνεις επειδή κάθε στιγμή είσαι απόλυτα ελεύθερος, πόσο Θεό μυρίζει τούτη η έκφραση, να το χάσεις. Να αγαπάς κάποιον και να μένεις δίπλα του επειδή ξέρεις πως κάθε στιγμή είσαι απόλυτα ελεύθερος να φύγεις. Το να μένεις δίπλα του έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία και άλλο νόημα από το να μένεις από συνήθεια, φοβίες, ανασφάλεια ή εγωισμό.

Σε μια τέτοια φάση της ζωής μας έρχεται η κτήση της αλλοτινής παιδικότητας.
Όταν δηλαδή η παιδικότητα δεν γίνεται ένα παθητικό καταφύγιο, η ανομολόγητη μεταμφίεση του γερασμένου ενηλίκου, αλλά το συμπλήρωμα μιας ήδη ολοκληρωμένης ζωής, το ευφρόσυνο ξεχείλισμα εκείνου που, έχοντας διανύσει το δρόμο του, μπορεί να ξαναλουσθεί μες στην αυθορμησία και τη μαγεία των πρώτων χρόνων. Πόσους και πόσους τέτοιους ανθρώπους δεν συναντάμε γύρω μας καθημερινά, μεγάλους που θέλουν να φαίνονται έφηβοι και έφηβους που θέλουν να δείχνουν ωριμότεροι; Οι ενήλικοι μωρά και τα γέρικα χαμίνια. Όλα αυτά που κυνηγάμε στο φαίνεσθαι για να κρύψουμε αυτό που είμαστε. Κι ας παρελαύνουν από τους τίτλους μας, τις αναρτήσεις μας στο facebook , τους απρόσωπους φίλους μας στη σαββατιάτικη έξοδο, τον κακομοίρη σύντροφο που δείχνει πως ανήκουμε κάπου. Δεν έχει νόημα. Σημασία έχει πως μόνο εμείς ξέρουμε ποιοι είμαστε. Από τους άλλους το κρύβουμε καλά. Δείχνουμε παιδιά. Αυτό πάντα κερδίζει. Πουλάει, πώς το λένε;

Για τους άλλους, όσους ξέρουν ή έχουν μάθει να μετράνε το χρόνο που κυλά από πάνω τους σαν δάσκαλο και σαν μοίρα, η παιδικότητα παραμένει ένα χαρακτηριστικό ανεξάλειπτο. Αποτελεί τη δυνατότητα να παραμένεις νέος όχι επειδή πρέπει να αρέσεις στους άλλους, αλλά γιατί μέσα σου υπάρχουν πολλές νέες αφετηρίες, πολλά πράγματα να ζήσεις, να κάνεις, πολλούς ανθρώπους να γνωρίσεις και να σχετιστείς. Υπάρχει το νόημα που δεν έχεις χορτάσει, ο δρόμος όλος θέα που δεν έχεις τελειώσει. Και τότε η παιδικότητα σαν μια σχεδόν θεία χάρις μπορεί αν φωτίσει το πρόσωπο του γέροντα έτσι καθώς η πρώιμη γήρανση μπορεί αν εντυπωθεί στο πρόσωπο του νέου.

Κλείνοντας θα μεταφέρω τα λόγια μιας καλής φίλης όταν πριν λίγες μέρες της ευχήθηκα καλά Χριστούγεννα: Μη μου εύχεσαι χρόνια πολλά σε τούτη τη ζωή που ζω. Να μου ευχηθείς να ξαναγεννηθώ. Όλα λοιπόν είναι στο μυαλό μας. Στην απόφασή μας να θεωρήσουμε τη ζωή σαν μια συνεχή διαδικασία μεταβολών που είτε τις ακολουθούμε είτε τις νικάμε, επειδή μαθαίνουμε να ζούμε με αυτές. Όπως ακριβώς μεγαλώνουν τα παιδιά ή κρύβονται οι μεγάλοι. Κι όπως, λέει κι η πριγκίπισσα Μπιμπεσκό: «Το να γεννιέσαι δυο φορές δεν είναι πιο εκπληκτικό από το να γεννιέσαι μια φορά».

Το εύχομαι σε όλους μας! Να νικήσει η ζωή και η ριψοκινδύνευση για πληρότητα παρά ο φόβος και οι παγιωμένες αντιλήψεις και το άκαμπτο πεπρωμένο.
Ολόκληρη η ανάρτηση...