Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Το καπέλλο

Ἄνθρωποι ποὺ πέρασαν τὴ ζωὴ τοὺς ρυθμισμένα καὶ ἤρεμα,
ἀνάμεσα σὲ ὧρες ἐργασίας καὶ ἀμίλητα συζυγικὰ νεκρόδειπνα.
Λίγος καφὲς στὸ τέλος τοῦ φαγητοῦ γιὰ τὴ χώνεψη,
λίγα ὄνειρα γιὰ τὸ φόβο τῆς καρδιοπάθειας,
λίγη ἐλεημοσύνη γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς.
Ὥσπου μία νύχτα, σηκώνονται στὴ μέση του δείπνου ξαφνικὰ
ἀπὸ συνήθεια, μάλιστα παίρνουν καὶ τὸ καπέλλο τους-
καὶ χάνονται.
Ποῦ πᾶνε; Κανεὶς δὲν ξέρει. Μὰ ἡ δίψα τοὺς καίει
καὶ ἡ ἀπόγνωση μεγαλώνει τοὺς ὁρίζοντες.

Ἔτσι σκέφτηκαν, δηλαδή, νὰ κάνουνε γιὰ μία στιγμή.
Ὕστερα πέρασε. Σκουπίζουνε τὸ λίγο ἱδρώτα πλάι στὴ μύτη
καὶ μπαίνουνε ἀθόρυβα στὴν κρεβατοκάμαρα. ἐνῶ στὸ διάδρομο
μένει μονάχο, πάνω στὴν καρέκλα τὸ καπέλλο
σὰν τὸ πικρὸ ἀνάχωμα ἑνὸς τάφου,
ποῦ σκέπασε βαριὰ καὶ ἀνέκκλητα
ὂλη τή ζωή τους.

Από τα «Ποιήματα» του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος

Το καπέλλο του Τάσου Λειβαδίτη υπήρξε για χρόνια το σύμβολο όλων εκείνων των αποτυχημένων και φανατικά φιλόδοξων, παρά λίγο επαναστάσεων που ποτέ δεν τόλμησα στη ζωή μου. Πάντα λίγο πριν το μεγάλο βήμα, πριν το πρώτο βήμα της παρ’ ολίγον ζωής, αυτή η δαιμονιώδης δειλία, η ανασφάλεια των τολμηρών άγνωστων ριψοκινδυνεύσεων, μού χάιδευε απαλά τις παλάμες και κρατώντας με από τον ώμο με κάθιζε πάλι στην καρέκλα, εκεί στη μέση του δείπνου. Το καπέλο μου επέστρεφε στη θέση του, κι αύριο μέρα είναι, αύριο θα κάνω την επανάστασή μου, αύριο θα φύγω, αύριο θα αλλάξω, αύριο θα γίνουν όλα καινούρια.

Κι η μια μέρα διαδέχονταν την άλλη, οι ώρες εργασίες πλήθαιναν, τα συζυγικά νεκρόδειπνα επαναλαμβάνονταν με αφόρητη πλήξη, πάντα με λίγο καφέ στο τέλος, έτσι για την χώνεψη, τα λιγοστά φιλήσυχα όνειρα ακολουθούσαν σαν τη συνταγή γιατρού για το φόβο της καρδιοπάθειας, ενώ η ελεημοσύνη σε φτωχούς και στον εγωισμό μου, εξασφάλιζε την μια για πάντα σωτηρία της ψυχής μου.

Η ζωή κάπου αλλού ανάσαινε αλλά σίγουρα όχι μέσα μου. Η μοναξιά και η κατάθλιψη χτυπούσαν τη πόρτα μου, φίλοι και γνωστοί συμβούλευαν διάσημους ψυχολόγους ή έκαναν σοφές προτάσεις για διασκεδάσεις που σε κάνουν να ξεχνάς για λίγο τα προβλήματά σου, δίχως να τα αντιμετωπίζεις, μόνο να τα ξεχνάς˙ να προσποιείσαι πως δεν υπάρχουν και να περνάς δήθεν ευτυχισμένος λίγες στιγμές δήθεν ζωής, ανάμεσα σε δήθεν φίλους, χτίζοντας μια δήθεν εικόνα εκείνου του εαυτού που πάντα ζήλευες και πάντα μισούσες.

Πρέπει επιτέλους να πάρω το καπέλο μου και να διαβώ τούτη την σκουριασμένη πόρτα της ρημαγμένης καθημερινότητας. Κανείς δεν θα το πάρει χαμπάρι. Για το καπέλο μου μόνο θα αναρωτηθούν που λείπει, όχι για μένα. Εγώ ήμουν πάντοτε απών, δεν θα καταλάβουν την απουσία κάποιου που ποτέ δεν τους έλειψε. Κανείς ή σαν όλους, τι διαφορά έχει το όνομα; Διαφορά έχει μόνο εκείνο το καπέλο που πήρα για να περάσω την πόρτα, να διαβώ μόνος κι επικίνδυνος τον κόσμο έξω από μένα, τον τόσο όμορφο, τον θεϊκά πλασμένο πανέμορφο κόσμο που τάζει ολημερίς αμέτρητες χαρές να κατακτήσεις˙ έναν αλλιώτικο κόσμο έξω από τις ελεεινές συνήθειες μιας καθημερινότητας δίχως μαγεία, δίχως ομορφιά και δίχως θαύμα. Το θαύμα όμως είναι δικαίωμα του καθενός. Σωστά φόρεσα το καπέλο μου, έξω μπορεί να βρέχει ή να έχει ήλιο, το καπέλο μου είναι σίγουρα κάποιο είδος προστασίας.

Έτσι κάπως το καπέλο μου από εισιτήριο για την ελεύθερη ζωή που πάντα ήθελα ν’ αρχίσω, έγινε η αυτασφάλιση των πιο ακίνδυνων καθημερινών μου κατακτήσεων. Να εργάζομαι εξασφαλίζοντας έναν σίγουρο μισθό, να δειπνώ με τη σύζυγό μου δίχως να ανταλλάσσουμε ούτε ψίχουλο από τον εαυτό μας, να πίνω πάντα μετά το φαγητό τον σκέτο καφέ μου για τη χώνεψη όσων δεν χωνεύονται, να ονειρεύομαι άτολμα και μετρημένα, έτσι για να μην εκραγεί στα σπλάχνα μου η καταπιεσμένη μανιωδώς ονειροπαρμένη καρδιά μου, δίνοντας πάντα ό,τι ποτέ δεν ήταν δικό μου σε ανθρώπους με απλωμένο το χέρι, απλωμένη τη ψυχή και τις ελπίδες, έτσι γιατί, καθώς μάθαινα στα σχολικά βιβλία και στις εκκλησίες που πήγαινα, μόνο δίνοντας κάτι κι όχι εσένα, η ψυχή σου σώζεται, σώζεται σε αντάλλαγμα της ζωής σου. Αλλά ποιος αλήθεια νοιάζεται στ’ αλήθεια για τη ζωή σου; Αρκεί που σώθηκε η ψυχή σου, αρκεί που μετά το θάνατό σου θα βρεις τον χαμένο Παράδεισο, εκείνον που ποτέ δε γεύτηκες σε τούτη τη ζωή.

Η δίψα μου, το θυμάμαι με χαρακτηριστικές λεπτομέρειες ήταν μεγάλη, κι αυτή η απόγνωση έκανε τους ορίζοντες όλο και πιο μεγάλους. Κι ενώ κάθε φορά πλησίαζα, αυτοί κάθε φορά απομακρύνονταν, όλο και πιο μακριά, όλο και πιο πέρα, δίχως τέρμα, δίχως προορισμό, δίχως κάπου να ξαποστάσω τη κούραση και τη νοσταλγία μου. Κι έτσι κάπως κουράστηκα! Κουράστηκα να περπατώ χωρίς να φτάνω στο τέρμα, κουράστηκα να θαυμάζω την αιώνια τεράστια έκπληξη˙ εγώ ήθελα μικρές εκπλήξεις, μικρές και λίγες, δεν τα μπορώ τα θαύματα που αλλάζουν ζωές, που κρατούν για μια ζωή, τι θέλω εγώ εδώ κυνηγώντας τους ατέλειωτους απέραντους ορίζοντες; Όχι, θα μου περάσει˙ να θα σκουπίσω λίγο τον ιδρώτα πλάι στη μύτη και θα διαβώ τον διάδρομο ώστε να μπω αθόρυβα στη κρεβατοκάμαρα! Μα αλήθεια αυτό είναι το θαύμα! Η αιώνια τεράστια έκπληξη είναι τελικά αυτή που τόσο χρόνια υπομένω. Το γιατί και το πώς! Η ίδια καθημερινότητα, δίπλα σε αγαπημένες συνήθειες που εξασφαλίζουν αμέτρητες βεβαιότητες, αμέτρητες ασφάλειες, αμέτρητες υποθέσεις κι αμέτρητες ανοχές. Είναι αλήθεια, δεν είμαι εγώ για επαναστάσεις, ποιος αλήθεια έχει ανάγκη τις επαναστάσεις σε έναν κόσμο που έμαθε να μη φοβάται, να μη χάνει, να μη τολμά, να μην αγαπά, να μην πιστεύει σε ολόκληρους ανθρώπους ολοκληρωμένων ζωών; Οι ανολοκλήρωτοι άνθρωποι μένουν αιώνια άκληροι επειδή το μόνο που γεννούν είναι μικρές εξασφαλισμένες βεβαιότητες από τη μια γη του εαυτού τους ως την άλλη χώρα του πιο κρυφού εαυτού τους. Έξω από αυτόν καμία πατρίδα, καμιά αλήθεια, καμιά ζωή. Οι επαναστάσεις δεν οδηγούν πουθενά, το καπέλο θα μένει κρεμασμένο, αιώνια ασφαλές στο διάδρομο.

Τώρα που ξαπλωμένος βρίσκομαι στην ασφαλή κρεβατοκάμαρά μου, πλάι στην σίγουρη, δίχως ελπίδες και φόβους για αλλαγές πραγματικότητά μου, σαν να βλέπω πιο καθαρά το κρεμασμένο στο διάδρομο ολοκαίνουριο καπέλο μου. Στ’ αλήθεια μοιάζει με το πικρό ανάχωμα ενός τάφου που σκέπασε βαριά κι ανέκκλητα τη ζωή μου όλη. Το ανάχωμα ενός τάφου που φιλοξενεί τη ζωή που δεν έζησα˙ τα όνειρα που δεν κυνήγησα, τις προοπτικές που δεν ριψοκινδύνευσα, τις σχέσεις που δεν ολοκλήρωσα, τους ανθρώπους και τον εαυτό μου που δεν αγάπησα αληθινά ως το πάντα, αληθινά και όμορφα από το εδώ και τώρα ως το παντού για πάντα. Αυτά βέβαια προϋποθέτουν αιματηρές επαναστάσεις και τολμηρούς επαναστάτες. Εγώ το μόνο που έκανα ήταν να φορέσω το καπέλο μου και να κάνω ένα βήμα, το πρώτο βήμα. Αλλά να, που γρήγορα και ασφαλώς επέστρεψα στο πικρό ανάχωμα του τάφου μου, πιο σίγουρος πως δεν είμαι εγώ για επαναστάσεις, πιο σίγουρος πως αυτή είναι η καθημερινότητά μου, αυτός είμαι εγώ, αυτή η ζωή κι αυτός ο τάφος μου.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Ο Ελύτης για την Κύπρο

«Με έχουν ονομάσει, κατά καιρούς, ποιητή της θάλασσας, ποιητή των νησιών και του ήλιου. Και ως ένα σημείο είμαι. Αλλά δεν είμαι μόνο αυτό. Δεν είμαι μόνο αυτό που αντιλαμβάνεται κανείς, όταν ακούει τέτοιους χαρακτηρισμούς και νομίζει ότι έχει να κάνει με εντυπώσεις και περιγραφές, με μια απλή φυσιολατρεία. Τα φυσικά στοιχεία έχουν μια δεύτερη και μια τρίτη σημασία, όπου η γλώσσα και η ιστορική μνήμη εμπλέκονται και δημιουργούν μια άλλη πραγματικότητα, για τις καθημερινές μας στιγμές ασύλληπτη. Αποτελούν, θα έλεγα, στην κλίμακα του πνεύματος, ένα αλφάβητο που με την κατάλληλη χρήση του, εξαιρετικά δύσκολη –πρέπει να το πω και αυτό αμέσως–, ξεκλειδώνει τα μυστικά και αποδίδει το μυστήριο που μας περιβάλλει, το κάνει προσιτό στην ψυχή μας. Και η ψυχή μας είναι μεγάλη υπόθεση. Η ατομική μας ψυχή και η ομαδική. Γιατί υπάρχει και η ομαδική ψυχή, που αντιπροσωπεύει κάθε λαό στο σύνολό του και στην ιδιοτυπία του. Απ' αυτή την άποψη ήθελα να πω λίγα πράγματα, και αν μίλησα στην αρχή για τον εαυτό μου –πράγμα που δεν το συνηθίζω– το έκανα για να φτάσω ακριβώς εκεί.

Μου δόθηκε η ευκαιρία στους πέντε μήνες που πέρασα στην Κύπρο το καλοκαίρι του '70, να την τριγυρίσω όλη, να δω τα αρχαία της, τα Βυζαντινά της, τα σημερινά της, σε αδιάσπαστη συνέχεια, σε αδιάσπαστη ενότητα ανάμεσα τους και ανάμεσά στο τοπίο. Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Με εντυπωσίασε και μου έδωσε μια βαθιάν ικανοποίηση, θα έλεγα μιαν επαλήθευση της ταυτότητάς μου σαν μέλους μιας κοινότητας που σαν Γένος επέτυχε πάντοτε.

Ο Ελληνισμός είναι μια κοινότητα που με ποικίλες μορφές και κάτω από ποικίλες περιστάσεις αντίξοες, δραματικές, εξοντωτικές κάποτε, κατάφερε παρ' όλα αυτά να επιβιώσει. Δεν ξέρω αν έχουμε άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία. Και το μόνο του όπλο, αλλά ένα όπλο μοναδικό και παντοδύναμο, εστάθηκε η γλώσσα του. Η «ελληνική λαλιά», όπως έλεγε ο Καβάφης, «ως την Βακτριανή την πήγαμε – ως τους Ινδούς».

Να γιατί είμαι υπερήφανος ασκώντας μια τέχνη που χρησιμοποιεί ακριβώς αυτό το όργανο. Και να γιατί μου έδωσε τόση ικανοποίηση η συμβίωσή μου με την πραγματικότητα της Κύπρου. Γιατί βρήκα τα «ανάλογα» της γλώσσας αυτής, έξω από κάθε ιστορική ή πολιτική σκοπιμότητα, σ' αυτή τη «μνήμη» που την κουβαλάτε και την εξωτερικεύετε όλοι σας και που είναι μαρτυρία ενός ανεπανάληπτου πολιτισμού.

Αυτό που θαυμάζουμε στην ελληνική τέχνη της ακμής, δεν είναι αυτό που πίστεψαν οι Δυτικοί ότι συνεχίστηκε με την Αναγέννηση. Ούτε αυτό που πραγματοποιήσανε αργότερα με τα νεοκλασσικά κτίρια που κοσμούν τις πρωτεύουσές τους. Είναι μια ειδική αίσθηση για τα πράγματα και τις αναμεταξύ τους σχέσεις, που οδηγεί στην ευγένεια, είτε καταπιάνεσαι με μεγάλα είτε με ταπεινά έργα. Για την αντίληψή μου –θα μπορούσα να πω για την αντίληψη ολόκληρης της γενεάς μου– η συνέχεια του πνεύματος εκείνου πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά και μόνον από τον λαϊκό πολιτισμό. Μια εσωτερική αυλή σπιτιού με τους ασβεστωμένους τοίχους, τα λουλούδια στους τενεκέδες, τα πέτρινα σκαλάκια, ή ένας περίβολος μοναστηριού με τα κυπαρίσσια, τη στέρνα, τις στοές και τα κελλιά, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην αντίληψη που έφτιαχνε τους Απόλλωνες και τις νίκες, τους Οσίους και τις Θεομήτορες, απ' όλες τις μεγαλόπρεπες κολόνες και μετόπες των Ευρωπαϊκών Ανακτόρων. Και αυτό συνέβη επειδή, αξεδιάλυτα συνυφασμένα, το τοπίο και η γλώσσα, επιβιώσανε μέσα στο ομαδικό υποσυνείδητο, διατηρηθήκανε μέσα στους ύμνους της Ορθοδοξίας και στα Δημοτικά Τραγούδια –το παρατηρούμε αυτό εντελώς ιδιαίτερα στην Κύπρο– και έφτασαν ως τις μέρες μας, είτε οι καιροί ήτανε καλοί είτε χαλεποί. Τολμώ, μάλιστα, να πω ότι λειτουργήσανε πιο οργανικά και πιο έντονα στη δεύτερη περίπτωση – κάτι που γεννά την απορία των ξένων και παραμένει για την αντίληψή τους ακατανόητο. Πολύ συχνά μου έτυχε να με ρωτήσουνε στις συνεντεύξεις: Για ποιό λόγο η ποίηση η ελληνική γυρίζει στην μοίρα του φορέα της; Καμιά σχεδόν ποίηση ξένης χώρας δεν ασχολείται με την Ιστορία και την μοίρα του λαού της. Τους απάντησα: Επειδή ο Ελληνισμός έζησε πάντοτε κοντά στον κίνδυνο. Επειδή ό,τι κινδυνεύει, ζητάς να το διασώσεις. Επειδή νιώθουμε μόνοι. Επειδή σαν πολιτιστική μονάδα δεν έχουμε συγγενείς. Και επειδή –προσθέτω εγώ τώρα μεταξύ μας– στο βάθος μας φοβόντουσαν πάντοτε, όσο αδύναμοι και αν ήμασταν. Και μας πολεμούσανε, «Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι!», για να ξαναθυμηθώ τον Σολωμό. Ή μήπως αυτό δεν συμβαίνει σήμερα με την Κύπρο;

Μου επεφύλαξε η τύχη την τιμή να γνωρίσω τον Εθνάρχη Μακάριο σε μιαν από τις κορυφαίες στιγμές της δράσης του. Και την θλιβερή τιμή να παραστώ εχθές στην επιμνημόσυνη δέηση για ανάπαυση της ψυχής του. Το αγωνιστικό του σθένος, την ψυχική του αντοχή, το κάλλος του, τα αντλούσε από την μεγάλη δεξαμενή που αποτελείτε όλοι σας – ολόκληρος ο κυπριακός λαός. Για αυτό τη συνέχεια την βλέπουμε σήμερα και θα την βλέπουμε πάντοτε –αρκεί να υπάρχει ενότητα– ολοένα πιο δυνατή, πιο αποφασιστική επάνω στα δικά του βήματα. Αλλά αυτό είναι το θαύμα. Να δυναμώνεις και να αντρειεύεσαι τότε ακριβώς που κινδυνεύεις να χάσεις αυτά που αγαπάς, όμως να ξέρεις πως είναι δικά σου, κατάδικά σου. Και να τους δίνεις την χροιά του ακατάλυτου και του αιώνιου...»
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Στον καιρό

Ο τόμος του Διονύση Καψάλη, συγκεντρώνει 60 επιφυλλίδες που δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή και κυρίως στην Αυγή (στα "Ενθέματα") από το 1996 ως το 1999. Στην αρχή ήμουν επιφυλακτικός απέναντι στο έργο αλλά είχα πειστεί να το διαβάσω λόγω του συγγραφικού ονόματος. Τον Καψάλη τον γνώριζα και τον εκτιμούσα ως ποιητή. Την ικανότητά του όμως στην επιφυλλιδογραφία την ανακάλυψα και την εκτίμησα μέσα από αυτό το βιβλίο. Ο τρόπος γραφής, η δεξιοτεχνία να χειρίζεται όμορφες εκφράσεις μεστές νοημάτων και συγγραφικής επιδεξιότητας με οδήγησαν σύντομα στη χώρα της εμπιστοσύνης. Με βοήθησαν καλύτερα να αντιμετωπίζω περισσότερο εναγώνια και με προσδοκία τις επιφυλλίδες καλών συγγραφέων. Μέσα σε αυτές αναδεικνύονται, όπως τώρα ανακάλυψα, θησαυροί κειμένων και τρόπων γραφής που ξεδιψούν την αναγνωστική δίψα και δίνουν παρήγορο φως στα απόκρημνα γκρεμίσματα της δημοσιογραφικής ανυποληψίας.

Αντιγράφω από την κριτική του βιβλίου: «Ο τρόπος, η συμπεριφορά και κάτι από την κρυφή φιλοδοξία της στήλης αποβλέπουν διακριτικά προς τα εκεί όπου, συγγραφείς και αναγνώστες, θα πρέπει ακόμη να απολαμβάνουν από κοινού το εφήμερο αλλά ευγενές είδος της επιφυλλίδας και του χρονογραφήματος. Τα θέματά της, όμως, έρχονται από παντού, από τη βιβλιοθήκη όσο και από την αγορά, κι ας ακουμπούν συχνά σε ό,τι ακόμη ονομάζουμε λογοτεχνία. Και πώς αλλιώς, αφού και η επιφυλλίδα μέρος της τέχνης του λόγου ήταν, είναι και οφείλει να είναι• μια ανέλπιστη παροχή δοκιμιακού λόγου, προσωπόληπτου πάντα και πεισματικά ανθρωποκεντρικού, όταν ξαφνικά, ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα, γλιστράμε αναπαυτικά από το "εμείς" και το "εσείς" της συλλογικής δημοσιότητας στο "εγώ", "αυτόν τον απείθαρχο συνεταίρο της ανθρώπινης κοινοπραξίας" όπως έγραφε η Β. Γουλφ. Αντιπροσωπεύει -δηλαδή προϋποθέτει και φιλοξενεί- τον άνθρωπο που στέκει για μια στιγμή μετέωρος "εις τον καιρόν", σκεφτικός μέσα στην τύρβη του καθ' ημέραν βίου• απορεί, αργοπορεί, θαυμάζει.
Και σαν από έφοδο, μιά σκέψη.
Εκεί που για τ' αλλού τραβούσαμε αναπάντεχα μάς κυριεύει.
Η επιφυλλίδα είναι λοιπόν ο άτυπος πληρεξούσιος του αργού χρόνου στο πολυμελές εφετείο της κοινωνικής μας συνείδησης• μια μικρή ευρυχωρία στο συνωστισμό της έντυπης πληροφορίας, όταν η επιθυμία για διάρκεια ζητά να ασκήσει τα απαράγραπτα δικαιώματά της στον καιρό».
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη, απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω κόντρα στην αλήθεια μου. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος με το να του επιβάλλω τις επιθυμίες μου, παρότι ήξερα ότι ούτε ήταν κατάλληλη η στιγμή ούτε ο άνθρωπος ήταν έτοιμος, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και μπόρεσα να δω ότι τα πάντα γύρω μου με προκαλούσαν να μεγαλώσω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πάντα και σε όλες τις περιστάσεις, την κατάλληλη στιγμή και στο σωστό μέρος και ότι όλα όσα γίνονται είναι σωστά. Από τότε κατάφερα να γαληνέψω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΠΟΔΟΧΗ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και σταμάτησα να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά, με τον δικό μου τρόπο και στους δικούς μου ρυθμούς. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα “υγιή εγωισμό”. Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι ΑΥΤΑΓΑΠΗ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να θέλω να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλλα πολύ λιγότερο. Σήμερα κατάλαβα ότι αυτό το λέμε ΑΠΛΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζώ στο παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζώ περισσότερο τη στιγμή όπου ΟΛΑ συμβαίνουν. Έτσι σήμερα, ζω την κάθε μέρα και αυτό το λέω ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι η σκέψη μου μπορεί να με κάνει μίζερο και άρρωστο. Όταν όμως επικαλέστηκα τις δυνάμεις της καρδιάς μου, η λογική απέκτησε έναν πολύτιμο σύντροφο. Αυτή τη σχέση την ονομάζω σήμερα ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και τα προβλήματα με τον εαυτό μας και τους άλλους γιατί καμιά φορά, ακόμα και τα άστρα εκρήγνυνται και δημιουργούνται νέοι Γαλαξίες. Σήμερα ξέρω ότι ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ !


Από το «When I loved myself enough» των Kim & Alison McMillen
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Ωραίοι θάνατοι

Στην αρχή η λέξη με φόβιζε. Τρόμαζα μόνο και μόνο στην ιδέα του θανάτου. Του θανάτου των άλλων, των αγαπημένων μου προσώπων. Ο δικός μου θάνατος ουδέποτε με έβαλε σε ανησυχίες γιατί μετά από αυτόν δεν είχα τίποτε να χάσω. Χάνοντας τον εαυτό μου θα τα είχα πλέον χάσει όλα, άρα προς τι το άγχος και προς τι η στεναχώρια;

Όσο τα χρόνια περνούσαν πάνω μου και μέσα μου η ίδια η ζωή με έκανε μαζί με άλλα να αλλάξω και τούτη μου την παλιά πεποίθηση. Όχι ο θάνατος δεν είναι το μυστήριο της μιας φοράς, δεν είναι το μοναδικό, το αναπόφευκτο και σίγουρα όχι το τέλος. Χρειάστηκε να περάσω από μια επώδυνη μα ωστόσο πολλαπλά ευεργετική διαδικασία αλλαγών για να κατανοήσω τούτο τον απλό νόμο της ζωής: ότι δεν υπάρχει ένας μόνο θάνατος κατά τη διάρκεια της ύπαρξης ενός ανθρώπου. Από τη στιγμή που γεννιέσαι έως τον βιολογικό θάνατο θα γεννηθείς και θα πεθάνεις αμέτρητες φορές, ή καλύτερα τόσες όσες χρειαστείς για να περάσεις από τη μια φάση της ζωής σου σε μια νέα. Για να γεννηθείς όμως στο επόμενο στάδιο θα πρέπει πριν να έχεις πεθάνει κάπου και κάπως, να έχεις αφήσει σε κάποιον τάφο τον παλιό σου εαυτό.

Κάθε αρχή λοιπόν, κάθε νέο ξεκίνημα προϋποθέτει έναν προηγούμενο θάνατο. Το ιδιαίτερα δύσκολο αλλά και το ιδιαίτερα όμορφο συνάμα είναι πως θα χρειαστεί εγώ ο ίδιος να θυσιάσω τον εαυτό μου, να τον δω νεκρό, να χάνει κάτι, να χάνει πολλά ή τα πάντα, προκειμένου να αναστηθεί, να γίνει κάποιος άλλος, να προχωρήσει, να μάθει και να επιτύχει να ζει. Βέβαια σε ποιον αρέσει η ιδέα ενός νεκρού, ενός προγραμματισμένου θανάτου, μιας προσωπικής αυτοκτονίας; Σε όποιον αρέσει να ξαναβρεί τον εαυτό του ζωντανό απαντώ αυθόρμητα. Για να βρεις αυτόν ακριβώς τον χαμένο σου εαυτό, τον χαμένο κάπου στα αθέατα μέρη μιας χαμένης ζωής, θα πρέπει να προσκομίσεις στο δημοτολόγιο των παλιών φάσεων της ζωής σου το όνομα του νεκρού εαυτού που άφησες πίσω. Τα χαρακτηριστικά, την ταυτότητα, τις ιδιότητες και τα όριά του. Αιωνία του η μνήμη!

Από εκεί και πέρα η νέα δημιουργία, η νέα αρχή συνιστά τη νέα γέννηση, τον νέο σου εαυτό, ιδωμένο αλλιώς, μέσα σε διαφορετική φάση της ίδιας ζωής. Της ίδιας ζωής! Άντε να αλλάξεις εαυτό και να λες πως παραμένεις στην ίδια ζωή! Τέλος πάντων, επειδή ακριβώς θα πεθάνεις και θα γεννηθείς περισσότερες φορές από όσες θα μνημονεύει κάποτε ο τάφος σου και θα περάσεις έντονες στιγμές διαρρηγνύοντας τα έλυτρα της παλιάς σου ζωής, δημιουργημένος σε μια νέα πραγματικότητα αξίζει να τεθεί ένα καίριο ερώτημα κάθε φορά που σαν τη χρυσαλίδα πασχίζεις να εγκαταλείψεις την ασφάλεια από το κουκούλι σου. Ναι, το ξέρω πως επειδή παλεύω, και παλεύω συνειδητά μέχρι θανάτου για το ακόμα παραπέρα, ποια είναι η επόμενη ζωή στην οποία θέλω να γεννηθώ;

Η απάντηση σίγουρα δηλώνει το όνομα του νέου μας εαυτού που σε μεγάλη ηλικία βαφτίστηκε για άλλη μια φορά, υιοθετώντας ένα νέο τρόπο αντίληψης της περιπέτειας της ζωής έως ότου κάποιες νέες συνθήκες κάποιας νέας πραγματικότητας, μιας νέας ανάγκης σε μια καινούρια εποχή απαιτήσουν νέα γέννηση, νέα βάφτιση, νέα ταυτότητα, νέα ζωή. Τελικά η ουσία της πλήρους ζωής δεν είναι το πόσες φορές γεννήθηκες, αλλά το πόσες φορές συνειδητοποίησες κι εκπλήρωσες την ανάγκη του θανάτου για κάθε τι που σε πεθαίνει, προτού γεννηθείς και ξαναγεννηθείς και ξαναγεννηθείς σε πείσμα του ενός και παντοκράτορα θανάτου. Σε πείσμα της λογικής των παράλογων ανθρώπων, σε πείσμα των μετρήσιμων αποδείξεων, σε πείσμα των τυφλών στην μεταφυσική πραγματικότητα και των ζωντανών νεκρών που κυκλοφορούν δίπλα σου χρειάζεται να αναγνωρίσεις τούτη την αλήθεια των νόμων της ζωής, πως εάν δεν υπάρχει ανάσταση, κάθε φορά που πεθαίνεις, όλα είναι μάταια.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Ορισμός

Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες.

Από το θερινό Ηλιοστάσι του Γιώργου Σεφέρη, εκδόσεις Ίκαρος Ολόκληρη η ανάρτηση...