Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Ένα νησί για όλες τις απαντήσεις

Ο Φιλάρετος ήταν τέσσερα χρόνια δόκιμος. Όχι ένα και δυο. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια στο κοινόβιο της Παντοκράτορος στο Άγιον Όρος ασκήτευε στη μοναστική πολιτεία επιχειρώντας την εκπλήρωση της μεγαλύτερης συντριβής που είχε γνωρίσει έως τότε η ψυχή του, την γνωριμία του με τον Θεό. Εδώ και πέντε μήνες, στην αλλαγή του χρόνου ο ηγούμενος του είχε αναθέσει το διακόνημα του υποτακτικού στο γηροκομείο της Μονής. Τρία γεροντάκια όλα κι όλα, που δεν τα έπιανε το μάτι σου πως ήταν ανήμπορα να συγυρίσουν τον εαυτό τους, το πρόσωπό τους ήταν φωτεινό και πρόσχαρο όλη την ώρα παρά την ασθένεια που φιλοξενούσε σε τούτο το χαρούμενο πρόσωπο η ταλαιπωρημένη τους σάρκα.

Στην αρχή ο Φιλάρετος είχε εκφράσει τη δυσαρέσκειά του στον Γέροντα. Μα είναι δυνατόν αυτός, ένας ικανότατος ψάλτης, από τους λίγους στο Όρος, ακόμη θυμούνται το ψάλσιμό του στην αναστάσιμη πανήγυρη στη σκήτη του προφήτη Ηλία, ένας εξαίρετος γνώστης των θεολογικών σπουδών, ένας επιδέξιος τραπεζάρης τα τελευταία τρία χρόνια να καταλήξει στο γηροκομείο της Μονής; Τόσο λίγα περίμενε ο Γέροντας πια από αυτόν; Τέσσερα χρόνια δόκιμος κάτι τέτοιο φάνταζε στο μυαλό του μάλλον σαν πισωγύρισμα παρά σαν πρόοδος στην πνευματική ζωή. Μα δεν ήταν δυνατόν, έπρεπε πια να μιλήσει στον Γέροντα. Να του υποδείξει το λάθος του, να ηρεμήσει τους λογισμούς του, δεν είναι δυνατόν, ο Γέροντας κάποιο λάθος θα έκανε, κάτι άλλο θα είχε στο μυαλό του και μπερδεύτηκε τότε που ανακοίνωνε τα διακονήματα της νέας χρονιάς. Σήμερα κιόλας μετά το απόδειπνο θα ζητήσει να δει τον Γέροντα, να μιλήσει μαζί του, να τον ρωτήσει μήπως θέλει να διορθώσει το λάθος του, είναι δυνατόν να αδικείται τόσο κατάφωρα ένας τέτοιος ψάλτης, ένας τόσο ικανός τραπεζάρης στη φροντίδα τριών γερόντων.

- Φιλάρετε, Φιλάρετε έλα λίγο σε παρακαλώ.

Από το γωνιακό δωμάτιο ακούστηκε η φωνή του γεροΙακώβου. Ενός γέροντα από την Ήπειρο που ήρθε σε μεγάλη ηλικία, μετά τα σαράντα στο μοναστήρι και συμπλήρωσε ήδη άλλα τόσα κλεισμένος στα τείχη του μεγάλου μοναστηριού, χωρίς να χρειαστεί να βγει ποτέ πια από το Όρος, ούτε για γιατρό, ούτε κι όταν πέθαναν κάποια συγγενικά πρόσωπα της οικογένειά του. Η οικογένειά του τώρα, έλεγε, ήταν αυτή, δεν ήθελε να βγει έξω, δεν τολμούσε, φοβόταν, ποιος ξέρει, μόνο αυτός κι οι δυο γέροντες που γνώρισε στη μοναστική του ζωή, αυτοί ήξεραν γιατί αυτό το λιγνό γεροντάκι δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ τα αγιορείτικα σύνορα.

- Φαίνεται καθαρά η Θάσος παιδί μου;

Ο δόκιμος έστρεψε το βλέμμα του στο παράθυρο προσπαθώντας να διακρίνει τη γραμμή του νησιού στον ορίζοντα. Μα ναι, ο ουρανός ήταν ξάστερος, θρέμμα μιας θαυμάσιας μαγιάτικης μέρας, ναι το δίχως άλλο η Θάσος φαίνονταν μια χαρά. Κουνώντας ελαφρά το κεφάλι έδειξε την κατάφασή του στον κατάκοιτο γέροντα.

- Τίποτε άλλο; Θες να φέρω τη σούπα σου να φας τώρα και να ξεκουραστείς;

- Τίποτε άλλο παιδί μου, αρκεί που φαίνεται το νησί. Αρκεί που όλα είναι καθαρά και ξάστερα. Δε θέλω τίποτε άλλο, πήγαινε στην ευχή του Θεού, σ’ ευχαριστώ.

- Μα καλά γεροΙάκωβε για αυτό με κάλεσες; Να με ρωτήσεις για το αν φαίνεται ένα νησί;

- Για τι άλλο παιδί μου; Όλα τα άλλα τα έχω λυμένα. Δεν υπάρχουν ερωτήσεις σε αυτό τον κόσμο γιε μου, είσαι μικρός ακόμη αλλά θα καταλάβεις.

- Δεν υπάρχουν ερωτήσεις; Ο δόκιμος τέντωσε το κορμί του έκπληκτος. Είναι δυνατόν; Όλα μπορούσε να τα συγχωρέσει σε τούτο το διακόνημα και καθημερινά έκανε τεράστιες θυσίες στην υπομονή και στην άσκησή του μα τούτο δίχως άλλο ήταν μια ξεκάθαρη πρόκληση του πειρασμού. Ο νέος ήταν βέβαιος, έτσι τουλάχιστον ήξερε από τους άλλου πατέρες, πως ο γεροΙάκωβος δεν είχε τελειώσει καν το Γυμνάσιο. Είναι ποτέ δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος να τα ξέρει όλα; Να μην έχει ερωτήματα; Μικρά έστω; Τόσο οίηση; Τόση έπαρση πια; Άκου: όλα τα άλλα τα έχω λυμένα! Τι θα έλεγε γι’ αυτόν ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης; Πού θα τον κατέτασσε; Σίγουρα στα τελευταία σκαλιά της ουρανοδρόμου κλίμακας. Μα όχι αυτός ο δύστυχος γεράκος είναι κοντά στον τερματισμό της επίγειας ζωής του, πρέπει να πάει έτοιμος στην θύρα της άλλης ζωής, όχι με τόση έπαρση, όχι με τόσο κομπασμό, τι μπελάδες είναι αυτοί που ξετυλίγονται στο μυαλό του νεαρού διακονητή; Λες γι’ αυτό ο Γέροντας να τον τοποθέτησε εδώ σε τούτη τη γωνιά του Μοναστηριού για να ετοιμάζει με την παιδεία του τους απαίδευτους γέροντες της Μονής για το πέρασμά τους στην άλλη ζωή; Μα ναι, το δίχως άλλο αυτή είναι η μεγάλη του πρόκληση, η ευκαιρία να αποδείξει στον Γέροντα πως είναι έτοιμος πια να φορέσει το σχήμα του μοναχού, να συγκαταλεχθεί κι αυτός στη μεγάλη χορεία των μοναχών που αφιέρωσαν τη ζωή τους σε τούτο τον αγιασμένο παραθαλάσσιο βράχο.

- Την ευχή σου γέροντα μα είναι δυνατόν να μην έχεις ερωτήματα; Να τα ξέρεις όλα και να ρωτάς μόνο για το αν φαίνεται ένα νησί στον ορίζοντα; Είναι δυνατόν; Αυτό το ξέρει κι ένα μικρό παιδί, το βλέπει, το καταλαβαίνει. Κι εσύ εάν ήσουν υγιής και σηκωνόσουν όρθιος θα μπορούσες να διακρίνεις τη γραμμή της Θάσου στον ορίζοντα. Τα άλλα δηλαδή τα ξέρεις όλα;

- Όχι. Ίσα ίσα που αυτά που ξέρω είναι λίγα, πολύ λίγα. Πώς φτιάχνεται ένα αμάξι για παράδειγμα, αυτό το ξέρω καλά, αυτή τη δουλειά έκανα έξω στον κόσμο.

- Μα αυτό είναι κάτι ελάχιστο που το ξέρει ο καθένας. Υπάρχουν όμως χιλιάδες πράγματα για τα οποία πρέπει να ρωτάς.

- Όπως για παράδειγμα;

- Ο δόκιμος έγειρε λίγο το κεφάλι του κατά τον ανοιχτό ορίζοντα. Τι απλόχερα ήταν απλωμένο τούτο το μπλε στον ουρανό στη φύση στη θάλασσα στα μάτια του, στο βλέμμα του. Σπάταλος ο Θεός για να κρύβεται, δίκιο είχε ο ποιητής.

- Πώς πρέπει να ζει ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος, οι μοναχοί για να κληρονομήσουν την αιώνια Βασιλεία, οι σύζυγοι για να έχουν μια ολοκληρωμένη συζυγική ζωή, ο καθένας για να βρει την ευτυχία. Αυτά δεν είναι κορυφαία ερωτήματα;

Ο ξαπλωμένος γέροντας έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να χαμογελάσει ευγενικά, συγκρατώντας περισσότερο την έκπληξη του σε κάτι που του ακούστηκε τόσο άξιο γέλιου. Έπρεπε όμως να συγκρατηθεί. Ίσως και η ασθένειά του να μην του επέτρεπε να είναι τόσο εκδηλωτικός με τις κινήσεις του προσώπου του.

- Καλό μου παιδί. Δεν σε παρεξηγώ. Είσαι πολύ μικρός ακόμη. Αυτά που λες όμως δεν είναι ερωτήματα. Ή αν θες καλύτερα δεν είναι ερωτήματα που μπορούν να απασχολούν κάποιον σώφρονα άνθρωπο. Είναι… να πώς να το πω; Έτσι απλά για να περνά η ώρα.

Το βλέμμα του συνομιλητή σκοτείνιασε. Ανάξιο λόγου να ρωτά κανείς πώς να ζει για να ζει ολοκληρωμένα να κυνηγήσει την ευτυχία, τη Βασιλεία του Θεού; Μάλλον τούτος ο γέροντας δεν έχει υπόψη του τις σπουδές, την εμβρίθεια, τις θεολογικές ανησυχίες τούτου του νεαρού φιλοπρόοδου καλόγερου. Η καταιγίδα στο βλέμμα, απλώθηκε στο πρόσωπο, απλώθηκε στο κορμί, τρύπωσε με μια απότομη κι έντονη κίνηση βαθιά και σκοτείνιασε με μιας την ψυχή του Φιλάρετου. Αλλά βέβαια πώς να γίνει αλλιώς, να προσποιείται τον αδιάφορο όταν ένας άλλος μοναχός δηλώνει αδιαφορία για τις ανησυχίες των συνανθρώπων του ασφαλισμένος σε μια εγωιστική διατύπωση πως γνωρίζει ήδη τα πάντα; Και από την άλλη είναι λογικό ένας άνθρωπος του Θεού, έτσι δεν λένε οι πολλοί για τους μοναχούς, να μην ενδιαφέρεται για την προσέγγιση του Θεού, την ολοκληρωμένη πρόταση που ως επίγεια ευτυχία καταθέτει η διδασκαλία του Κυρίου στον σύγχρονο άνθρωπο;

- Μη σκοτεινιάζεις Φιλάρετε, έτσι είναι. Θα περάσει λίγο ο καιρός και θα δεις κι εσύ. Αυτό που λες ευτυχία είναι απλά μια λέξη, ένα λιμάνι σε ένα ταξίδι δίχως τέλος, κάτι που οι άνθρωποι θέλουν να κυνηγούν για να ξεχνούν την αγωνία από τις ευθύνες της ζωής τους, τίποτε άλλο. Για εμάς τους ανθρώπους αυτή η ζωή είναι ένα άθλημα, μια δοκιμασία με αμέτρητες δυσκολίες και σπάνιες χαρές. Σπάνιες και για τούτο πολύτιμες κι ανεκτίμητες.

- Κι αν είναι έτσι, ο άνθρωπος δεν έχει ερωτήματα; Δεν πρέπει να τον ενδιαφέρει τίποτα; Τα ξέρει όλα ή πρέπει να είναι αδιάφορος;

- Κάπως έτσι. Ένα μόνο ερώτημα υπάρχει παιδί μου. Ένα μόνο. Κι από την απάντηση που δίνει ο καθένας μας καταλαβαίνεις τι ζωή περνά.

Ο νεαρός μοναχός άνοιξε τα μάτια με έκπληξη! Ένα; Μόνο ένα ερώτημα; Μόνο ένα το ερώτημα; Και αυτός τότε γιατί κοπιάζει μια ζωή; Γιατί εάν τα πράγματα είναι τόσο απλά που καθορίζονται από μια απάντηση ο Γέροντάς του τον υποβάλλει σε τόσες καθημερινές δοκιμασίες; Μα είναι στ’ αλήθεια ξεκάθαρο˙ τούτο το γεροντάκι έχει απωλέσει και την τελευταία στάλα λογικής και ορθής κρίσης, η αρρώστια του έχει καταβάλει και το μυαλό του.

- Δε θες να μάθεις την ερώτηση;

Ο Φιλάρετος έστρεψε γρήγορα την πλάτη ανοίγοντας το βήμα του προς την έξοδο.

- Όχι γεροΙάκωβε, δε χρειάζεται˙ λοιπόν η Θάσος είναι στη θέση της, φαίνεται μια χαρά, ο ουρανός είναι καταγάλανος όπως κι η θάλασσα, λοιπόν εάν θες κάτι άλλο, όποτε θες τη σούπα σου κάλεσέ με, την ευχή σου…

- Υπάρχει Θεός; Αυτό είναι το ερώτημα παιδί μου, στο καλό, η Παναγία μαζί σου…

Το κορμί του νέου πάγωσε με τον μοναδικό τρόπο που οι ήχοι κάποιων λέξεων έχουν την ικανότητα να αδρανοποιούν αυτόν που δεν είναι υποψιασμένος πως μπορεί να τις ακούσει. Το χέρι του έμεινε καρφωμένο στο ξύλινο δοκάρι της πόρτας. Γύρισε απλά το βλέμμα στο μέρος από όπου ακούστηκε το ένα και μόνο ερώτημα του κόσμου. Αν υπάρχει Θεός! Να το ρωτά ένας μοναχός και μάλιστα ένας υπερήλικας μεγαλόσχημος μοναχός λίγο πριν εκδημήσει εις Κύριον, μα στ’ αλήθεια τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια σε τούτα τα βράχια αυτό το φιλήσυχο γεροντάκι; Αν υπάρχει Θεός; Αυτό είναι το ερώτημα; Είναι δυνατόν;

- Το ξέρω πως σου φαίνεται παιδιάστικη η διατύπωσή του όμως στα αλήθεια καλέ μου Φιλάρετε όλη η ανθρώπινη περιπέτειά μας σε τούτο τον κόσμο δεν είναι τίποτε άλλο από την αντανάκλαση της απάντησης που δίνουμε σε τούτο το απλό ερώτημα. Αν και πόσο πιστεύεις.

- Μα εδώ στο μοναστήρι δεν υπάρχει κανείς που να μην πιστεύει, ή τουλάχιστον δεν πρέπει να υπάρχει. Ο δόκιμος έστρεψε το κορμί στο παράθυρο και πλησίασε με βήματα αργά το κρεβάτι του συνομιλητή του.

- Φιλάρετε, από τη στιγμή που ο καθένας μας μαθαίνει τον εαυτό του καλείται να δώσει μια τίμια απάντηση στο μεγάλο ερώτημα. Εάν υπάρχει Θεός του αξίζουν τα πάντα, εάν όχι μπορεί να ζήσει όπως θέλει.

- Κι αν υπάρχει Θεός δε ζει όπως θέλει; Η ελευθερία μας; - Μπορεί να ζήσει όπως θέλει, το μυστικό αυτής τη ζωής είναι τούτο: ζήσε όπως θες, αρκεί να ξέρει πως ό,τι κι αν κάνεις είσαι μες στη χούφτα του Θεού.

- Αν πιστεύω στον Θεό.

- Βέβαια. Εάν πιστεύεις στον Θεό.

- Κι αν όχι; Εάν πως θα ζω όπως θέλω και δεν με ενδιαφέρει αν υπάρχει Θεός;

- Δεν αλλάζει κάτι, ζήσε όπως θες δίχως να σε ενδιαφέρει για το εάν υπάρχει Θεός.

- Και τι είδους σχέση τότε έχω; Εάν δεν τον αγαπώ, δεν ενδιαφέρομαι γι αυτόν;

- Δεν πειράζει παιδί μου, αρκεί που σε αγαπά Αυτός. Δε πειράζει που δεν τον αγαπάς και δεν ξέρεις τίποτα για Αυτόν, σημασία έχει πως σε αγαπά Αυτός και ξέρει τα πάντα για σένα.

Ο μαθητής της μοναστικής πολιτείας πλησίασε το κρεβάτι του ηλικιωμένου μεγαλόσχημου, έσυρε ένα μικρό ξύλινο καρεκλάκι που βρίσκονταν δίπλα και κάθισε πιο κοντά του, γέρνοντας το πρόσωπο στο μέρος του σαν να συνομιλούσαν κρυφά.

- Κι έπειτα κοίτα πόσο απλά τα κάνει ο Θεός με την αγάπη του τα πράγματα για εμάς. Σου λέει κάνε ό,τι θες, ό,τι θες το ακούς; Αρκεί να ξέρεις πως υπάρχω και είμαι δίπλα σου κάθε φορά που χάνεις τον προορισμό σου ή αστοχείς.

- Κι αρκεί αυτό; Και να αμαρτήσω είμαι ελεύθερος από τον Θεό;

- Προπάντων αυτό. Θυμήσου Φιλάρετε πως μια στιγμή μετάνοιας μπορεί να νικήσει μια ζωή αμαρτίας. Αρκεί να θυμηθείς την κατάλληλη στιγμή πού βρίσκεσαι.

- Στην χούφτα του Θεού…

- Στην χούφτα του Θεού, ακριβώς!

- Μα πώς να το ξέρω; Γνωρίζεται αυτό;

Ο γέροντας χαμογέλασε με μια γλυκύτητα που συμπύκνωνε μια βεβαιωμένη εμπειρία χτισμένη με το βάρος των χρόνων στις πλάτες του.

- Υπάρχει κάτι ανώτερο από τη γνώση παιδί μου. Λέγεται πίστη. Με τη γνώση απλά μαθαίνεις κάτι που μπορεί να μαθευτεί, κάτι που έχει όρια, με τη πίστη το ξεπερνάς, ζεις το θαύμα κατάσαρκα, τον Θεό μέσα σου, όπως το καταλαβαίνει κανείς αυτό…

- Τον Θεό μέσα σου…

Ο νεαρός δόκιμος σηκώθηκε αργά από το καρεκλάκι. Η σιωπή υποδέχτηκε τα γλυκά χρώματα από το ηλιοβασίλεμα που έσταξαν στον καθαρό ουρανό. Τα βλέμματα των δυο αντρών συναντήθηκαν σαν αγκαλιά και σαν ευχαριστία κάπου στο κέντρο του δωματίου. Το δείλι αποκαθήλωνε σιγά σιγά όλα τα περιττά από τούτες τις στιγμές.

- Λυπάμαι τους επιστήμονες, είπε ο δόκιμος τραβώντας κατά την έξοδο. Αφιερώνουν μια ζωή για να μάθουν κάτι που υπάρχει ήδη. Το θαύμα όμως ξεκινά με μια απάντηση, μόνο μια…

- Έτσι είναι παιδί μου, δεν υπάρχουν ερωτήσεις σε αυτή τη ζωή. Μόνο ένα είναι το ερώτημα. Μόνο ένα…

Τα βήματα του μικρού καλόγερου έσυραν τις σκέψεις του ως την πόρτα. Ξανάβαλε το χέρι του στο ξύλινο δοκάρι μα αυτή τη φορά όχι από έκπληξη, δεν είχε πια απορίες, δεν υπήρχαν απορίες, όλα είχαν τακτοποιηθεί τόσο όμορφα και γαλήνια μέσα και γύρω του. Ούτε ερωτήματα στον Γέροντα, ούτε στον εαυτό του, καμία απορία να λυθεί, κανένα ζήτημα αξεδιάλυτο. Όλα στη θέση τους, για το χατίρι μιας και μόνο απάντησης που έκανε κάθε ερωτηματικό κάτι παντελώς άγνωστο από τη γραμματική των ανθρώπινων ανησυχιών. Όλα είναι στη θέση τους, όπως πρέπει να γίνονται, με τη σοφία που η ίδια η ζωή τα στολίζει.

- Την ευχή σου γέροντα! Η Θάσος φαίνεται πεντακάθαρα…

- Του Κυρίου παιδί μου, αυτό αρκεί, δόξα τω Θεώ… αυτό αρκεί…
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Η δύσκολη επιστήμη του «ζειν»

Ν΄ ἀγκαλιάζεις ἕνα σῶμα γυναίκας εἶναι τό ἴδιο σάν νά σφίγγεις ἐπάνω σου τήν παράδοξη ἐκείνη χαρά πού νιώθεις κάποτε νά κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό πρός τή θάλασσα.

Σέ λιγάκι, ὅταν ἡ στιγμή φτάσει νά πέσω καί νά κυλιστῶ μές στίς ἀγριομέντες ὅσο πού νά ποτίσει τό κορμί μου ἀπό τήν εὐωδιά τους, ξέρω πώς θά ΄χῶ τή συναίσθηση- κι ἄς μ΄ ἔχουν μάθει ἀλλιῶς- ὅτι πραγματώνω μιάν ἀλήθεια˙ τήν ἀλήθεια τοῦ ἥλιου, πού μέλλει νά ΄ναί καί ἡ ἀλήθεια τοῦ θανάτου μου. Ἐπειδή, ἀπό μιάν ἄποψη, παίζεται ἡ ζωή μου ἐδῶ πέρα˙ μία ζωή μέ τή γεύση τῆς πυρωμένης πέτρας, γιομάτη ἀπό τίς φωνές τῆς θάλασσας καί τῶν τζιτζικιῶν πού ἀρχινᾶν κιόλας τό τραγούδι τους. Φυσάει ὁ μπάτης ὅλος δροσιά κι ὁ οὐρανός εἶναι καταγάλανος. Δίνομαι σέ μία τέτοια ζωή μ΄ἀληθινόν ἔρωτα κι ἀποζητάω ἐντελῶς ἐλεύθερα νά προσδιορίσω τί μέ κάνει νά αἰσθάνομαι: ναί, μέ κάνει περήφανο νά νιώθω ἄνθρωπος.

Ἄς πά΄ νά λένε γύρω ὁλοένα: «Μπά, μήν κάνεις ἔτσι, δέν ὑπάρχει δά καί κανένας λόγος». Ὄχι, ὄχι, ἀπεναντίας, ὑπάρχει. Αὐτός ὁ ἥλιος κι αὐτή ἡ θάλασσα, ἡ καρδιά μου, ὅλο νεότητα, πού σκιρτάει τό κορμί μου τό ἁρμυρισμένο κι ἡ ἅπλα ἡ ἀπέραντη ὡς πέρα, ὅπου αὐτό πού λέμε τρυφεράδα κι αὐτό πού λέμε δόξα συνυπάρχουνε μέσα στό μπλέ καί στό κίτρινο˙ ναί ˙ γιά τήν κατάκτησή τους ἀξίζει νά βάλω μπροστά κάθε μέσο πού διαθέτω, κάθε μου δύναμη. Ἀπό μέσα τούς βγαίνω ἀκέραιος, ἄθικτος, οὔτ΄ ἕνα μόριο τοῦ ἑαυτοῦ μου δέν πάει χαμένο, καμιά προσωπίδα δέ μου χρειάζεται. Τό πᾶν εἶναι ὑπομονετικά νά μυηθῶ στή δύσκολη ἐπιστήμη τοῦ «ζείν», πού μπροστά τῆς ὅλα τ΄ ἄλλα δέν σημαίνουν τίποτε.

Από το «Εν λευκώ» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...