Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Ο περίπατος

Κάτι επικίνδυνα κομμάτια χάος είν' η ψυχή μου
που έκοψε με τα δόντια του ο Θεός

άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
τα δείχνουν
τα πουλάνε
τ' αγοράζουν

εγώ δεν τα πουλώ

οι άνθρωποι
τα κοιτάζουν
με ρωτάνε
άλλοι γελάνε
άλλοι προσπερνάνε

εγώ δεν τα πουλώ

Από τα "ποιήματα" του Μίλτου Σαχτούρη, εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Διευκρίνιση

Έπαψαν να σε εξαπατούν, όχι να σ' αγαπάνε, κι εσύ πονάς σαν να έπαψαν να σ' αγαπάνε.

Από τις Φωνές του Αντόνιο Πόρτσια, εκδόσεις Ίνδικτος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Η αρχή της αρχής

Τέλη καλοκαιριού, αρχές φθινοπώρου, όταν ο κάθε συνειδητοποιημένος ηλιοκαμένος θερινός εκδρομέας, εγκαταλείπει την παραθαλάσσια ραστώνη κι επιστρέφει στη βάση του, αρχίζει το γνωστό σενάριο. Αυτή η στιγμή άλλωστε δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας επίλογος κι ένας πρόλογος συνάμα. Ο επίλογος του καλοκαιριού και ο πρόλογος του φθινοπώρου, όλης της επόμενης χρονιάς που μετριέται ως την έλευση του επόμενου καλοκαιριού.

Ο επίλογος περιλαμβάνει ενθουσιώδεις περιγραφές από καλοκαιρινές αποδράσεις σε καταγάλανα νερά κάποιου ελληνικού νησιού, κάποιας πασαλειμμένης επίσκεψης σε τουριστικό θέρετρο του εξωτερικού, κοσμοπολίτικα συναπαντήματα και νοσταλγικές ερημικές περιγραφές. Όλα αυτά πλαισιωμένα από αμέτρητες ηλεκτρονικές φωτογραφίες, ελέω της κινητής ευκολίας, που βέβαια βλέπονται ανάλογα αδιάφορα ή μισοβαριεστημένα από τον όποιον θεατή που για λόγους ευγένειας και δήθεν έκπληξης δηλώνει τουλάχιστον εντυπωσιασμένος. Οι φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πλουτίζουν από τα μονόχνωτα επαναλαμβανόμενα copy paste σχόλια θαυμασμού για το θεόσταλτο δώρο της καλοκαιρινής απόδρασης. Ένα πάρε δώσε ματαιοδοξίας και χαμηλής αυτοεκτίμησης για όσους ζητιανεύουν το νόημα που τους λείπει.

Κι έπειτα έρχονται τα δύσκολα. Ή καλύτερα τα λιγότερα δύσκολα. Η στιγμή που καλείσαι να φτιάξεις το πλάνο για το επόμενο της χρονιάς, αυτής που μετριέται ως τις επόμενες διακοπές. Αναπροσαρμόζεις πράγματα, εκτιμάς περασμένα, οργανώνεις σχέδια, βλέπεις τον εαυτό σου πως εκτός από το πλούσιο μαύρισμα έχει προσθέσει και πολλή αυτοπεποίθηση για νέες ουσιαστικές αλλαγές. Είχες σίγουρα περισσότερο χρόνο να εκτιμήσεις κάποια πρόσωπα και πράγματα μακριά από την πίεση της καθημερινής ρουτίνας και της βιοτικής μέριμνας. Έβαλες τον εαυτό σου, τον ξεκούραστο κάτω από την καλοκαιρινή ομπρέλα εαυτό σου, απέναντι, τον ρώτησες τι θέλει και τι όχι, τι κρατά και τι αφήνει, πού να πάει και με ποιους, ποιος είναι ο δρόμος, ποια η πορεία και ποια η αξία στο κάθε τι. Τώρα είναι η εποχή, αυτή η καλοκαιρινή ανάπαυλα έδωσε όλες τις απαραίτητες ευκαιρίες για ορθή αξιολόγηση και ιεράρχηση του μελλοντικού πλάνου. Επιτέλους ήρθε η εποχή για μια νέα αρχή! Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες, τώρα έφτασε η στιγμή να αλλάξουν όλα, θα τα αλλάξω όλα, θα γίνει η αρχή της νέας μου αρχής!

Η απάντηση είναι απλή. Πολύ απλή. Η αρχή της αρχής είναι πως… δεν υπάρχει αρχή. Όσες φορές στη ζωή μου προσπάθησα, ή δοκίμασα να πείσω τον εαυτό μου, να κάνει μια νέα αρχή διαπίστωσα πως δεν ήμουν παρά σε κάποιο σημείο ενός δρόμου το πρώτο βήμα του οποίου είχα κάνει πριν πολύ καιρό αν όχι χρόνια. Κι αυτός ο εαυτός μου δεν ήταν παρά αυτός που δεν βγήκε από μέσα μου ποτέ, ο γνώριμος ή ο καλά κρυμμένος εγώ με όλα τα σπάνια δώρα ή και τα τραύματα, τις ευχάριστες ή άσχημες αναμνήσεις κι εμπειρίες. Αυτός που σχεδίαζα όλο το καλοκαίρι να γίνω μέσα από μικρές και μεγάλες αποφάσεις, μικρά και μεγάλα σχέδια δεν ήταν παρά ο κρυμμένος μου εαυτός που συνόδευε κάθε μου βήμα έως τώρα. Δεν υπάρχει νέα αρχή. Απλά νέο βήμα στον ίδιο δρόμο. Ο δρόμος είναι ο ίδιος, η κατεύθυνση αλλάζει.

Δεν έγινες νέος άνθρωπος επειδή πήρες μια ή χίλιες αποφάσεις. Νέος άνθρωπος γίνεσαι μέσα από πράξεις, από μια διαδρομή, όχι από μια ή χιλιάδες σκέψεις. Υπάρχουν αναρίθμητοι παράγοντες που έχουν δημιουργήσει τον σημερινό μου χαρακτήρα. Είναι αδύνατον να εξαφανιστούν ή να προσποιηθώ πως τους ξεπέρασα για να κάνω μια οποιαδήποτε νέα αρχή. Στην ουσία απλά τους διαχειρίζομαι διαφορετικά, δίχως να παραβλέπω την ύπαρξή τους. Είναι για παράδειγμα να ξεχνάμε το παιδί που κάποτε υπήρξαμε όλοι μας πιστεύοντας πως γεννηθήκαμε ώριμοι και κάνοντας μια ζωή το σωστό ή το καλύτερο. Δεν φυτρώσαμε, κάποτε γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε κι οι ρυτίδες στο μέτωπο και στην καρδιά δεν είναι παρά τα παράσημα του χρόνου για το δικαίωμα περήφανα να πορεύεσαι από κάτι μικρό σε κάτι σπουδαιότερο.

Σε αυτό τον πρόλογο της νέας περιόδου υποσχέθηκα κι εγώ στον εαυτό μου να κάνω πράξεις παρά σχέδια. Να δώσω μορφή σε ό,τι μπορεί να εκφραστεί. Κι από τα χίλια ας γίνει το ένα, αυτό που μπόρεσα, αυτό που προσπάθησα, αυτό που δοκίμασα, ακόμη κι η αποτυχία ένα μισοτελειωμένο έργο είναι, μια παρ’ ολίγον επιτυχία. Σημασία δεν έχει να ονειρεύεσαι τον ουρανό με τ’ άστρα. Σημασία έχει να τον κρατάς στα χέρια σου, δίπλα σου, μέσα σου, γύρω σου. Να γίνεσαι ό,τι καλύτερο μπορείς γιατί απλά δεν μπορείς να γίνεις κάτι παραπάνω από τις πράξεις σου. Όλα τα άλλα είναι όμορφα σχέδια, αισιόδοξες υποσχέσεις, ελπιδοφόρα μυστικά αλλά δεν βελτιώνουν την πραγματικότητά σου παρά μόνο την φαντασία και την φυγή σου.

Η λογική θα αποτελεί αιωνίως τον πρώτης σειράς βοηθό για να βάλεις τα πράγματα στη θέση τους. Πίσω από τις μεγαλεπήβολες αποφάσεις δημιούργησε ένα τίμιο διάλογο με τον εαυτό σου, όχι αυτόν που θα γεννηθεί αύριο, αυτόν που σε συνοδεύει όλα αυτά τα χρόνια στον ίδιο δρόμο εκ γενετής, για όλα αυτά που θες να κρατήσεις ή να αλλάξεις. Αυτό που ονομάζουμε νέα αρχή ίσως δεν είναι τίποτε άλλο παρά άλλη μια μέρα στην ιστορία των χρόνων μας. Δεν μπορώ να τα κάνω όλα κι ούτε θα τα κάνω. Θα κάνω ό,τι μπορώ κι αν μπορέσω. Γι’ αυτό λοιπόν με τη βοήθεια της λογικής και του καλού σχεδιασμού, βάζοντας τα πράγματα επί τάπητος, ας συνεχίσω το βάδισμα στον απίστευτα δύσκολο κι απερίγραπτα όμορφο δρόμο που αποκαλούμε ζωή.

Το καλοκαίρι έφυγε. Οι αποφάσεις είναι εδώ. Για να φτιαχτούν σωστά πριν γίνουν πράξη. Η ζωή θα αποδείξει πόσες από αυτές θα τις χωρέσει. Η αρχή παραμένει το ήμισυ του παντός επειδή το άλλο μισό το συναντάμε κάθε φορά στον εαυτό που ήμασταν χθες. Δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Τον συναντάμε κάθε μέρα με άλλο βλέμμα. Όχι λόγια λοιπόν, δεν έχει σημασία. Η αρχή της αρχής είναι πως δεν υπάρχει αρχή!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριά ὡς τή θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες πιό μακριά ὡς τή θύμηση
Ἔλυτρα χρυσά του Αὐγούστου στόν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μέ φύκια ἤ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τό σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, πού διαβάζει ἀκόμη στήν εἰρήνη
τοῦ κόλπου τῶν νερῶν Ἔχει ὁ Θεός

Περάσανε τά χρόνια φύλλα ἤ βότσαλα
Θυμᾶμαι τά παιδόπουλα, τούς ναῦτες πού ἔφευγαν
Βάφοντας τά πανιά σάν τήν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα
Κι εἶχαν ζωγραφιστούς βοριάδες μές στά στήθια.

Από τους Προσανατολισμούς του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Παντοτινές δεκαεφτά Ιουλίου

Τώρα πού ὁ νοῦς ἀπαγορεύεται καί οἱ ὧρες δέ γυρίζουν
Ἀπό κῆπο σέ κῆπο ἡ σκέψη μου
Δειλή σάν τριανταφυλλιά πρωτάρα
Ποῦ ἁρπάζεται ἀπ' τά κάγκελα
Δοκιμάζει ἀπαρχῆς ν' ἁρμόσει πάλι
Μέ σταγόνων σφῆνες λαμπερῶν
Τά παμπάλαια πράσινα καί τά χρυσά κεῖνα πού μέσα μας
Ἔχουν παντοτινές δεκαεφτά Ἰουλίου
Ν' ἀκουστεῖ καί πάλι τῆς Ἁγίας Μαρίνας τό νερό στίς πέτρες
Ὁ ὕπνος πού μυρίζει ζευγάρι ἀγκαλιασμένο
Ἡ φωνή
            μία φωνή σάν τῆς Μητέρας
Καί ξανά ξυπόλυτη νά βγεῖ νά περπατήσει
Πάνω στίς πλάκες τοῦ Μεσολογγιοῦ ἡ Ἐλευθερία
Ἔτσι καθώς τήν ἐχαιρέτησε γιά λόγου μας -καλή του ἡ ὥρα-
Ὁ ποιητής καί κάναμε ἀπό τότε Ἀνάστα

Από τους «Προσανατολισμούς» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Ταραγμένη Άνοιξη

Όταν το βιβλίο έπεσε στα χέρια μου ήμουν εξαιρετικά επιφυλακτικός ως προς τα αναγνωστικά μου αποτελέσματα. Ένα βιβλίο για την εφηβεία, άλλο ένα βιβλίο για την εφηβεία, τι άλλο μπορούσε να προσθέσει στα τόσα πολλά που κατά καιρούς έχουν ειπωθεί. Με προκάλεσε ο ευρηματικός τίτλος και νίκησε εν τέλει την αμφιβολία μου. Από τις πολύ όμορφες ήττες! Μεγάλες κουβέντες δεν πρέπει να λες ούτε για την ανάγνωση ενός βιβλίου τελικά. Ολοκληρώνοντάς το δοκίμασα την έκπληξη του να ανακαλύπτεις νέες πατρίδες σε ό,τι αποκαλείς γνώση, να γίνεσαι στην κρίση σου πιο σοφός, να μαθαίνεις, να μοιράζεσαι, να καταλαβαίνεις καλύτερα, πιο τίμια και πιο υπεύθυνα.

Η εφηβεία άλλωστε, σύμφωνα και με τα λεγόμενα του π. Θερμού, μάλλον δεν χρειάζεται πολλά περισσότερα από το να την καταλάβουμε. Να εκτιμήσουμε την ιδιαιτερότητά της και να σχετιστούμε μαζί της, να εννοήσουμε τη διαφορετικότητά της σε ένα σοφό πλάνο συνύπαρξης ηλικιών που μεγαλώνουν και μας χωράνε όλους. Κάποτε υπήρξαμε έφηβοι κι εμείς και σε κάποια χρόνια κι οι σημερινοί έφηβοι θα μιλάνε για την νέα γενιά εφήβων με τα μάτια που τους βλέπουμε εμείς σήμερα. Οικογένεια, σχολείο, συντροφιές, κοινωνία. Ένας αέναος κύκλος που σε κάθε στροφή ανανεώνεται δημιουργώντας την αιωνιότητα. Απίθανο σχέδιο, σοφό.

Από τα πολύ θετικά στοιχεία του βιβλίου δεν θα μπορούσα να μην συμπεριλάβω την εξαίρετη βιβλιογραφία. Εκτός από την κλασική εφηβεία της Ντολτό ανακάλυψα και το εξαίρετο «The end of adolescence» του Philip Graham με εξαιρετικές αναφορές. Η επιστημονική γραφή του π. Βασιλείου μπόρεσε να συμπεριλάβει με την αμεσότητα του λόγου του και τη βαθιά ποιμαντική του προοπτική αυτό το εκλαϊκευμένο επιστημονικό πλαίσιο που κάνει το βιβλίο προσιτό σε καθέναν που ασχολείται με τους εφήβους.

Στο τέλος της ανάγνωσής μου είχα υπογραμμίσει τις περισσότερες σελίδες του βιβλίου με κομμάτια που με άγγιξαν είτε για το ποιμαντικό πνεύμα ή την επιστημονική προσέγγισή τους είτε πάλι για την ακρίβεια και τη φωτεινότητα με την οποία αποκάλυπταν ένα σωστό δρόμο γι α την κατανόηση της εφηβείας. Στην αρχή σκέφτηκα να συμπεριλάβω το ευφυέστατο εκείνο μέρος για την ανακάλυψη του τροχού από τους εφήβους μα το θεώρησα ιδιαίτερα μικρό στην έκταση. Αντ’ αυτού παραθέτω ένα μεγαλύτερο κομμάτι από τις πρώτες σελίδες του έργου με την ελπίδα και την ευχή να αξιοποιηθεί από όσους με αγωνία και δόσιμο ψυχής επιχειρούμε τη συνδιαλλαγή μας με εφήβους.

«Μιλούμε συχνά, και θα την αναλύσουμε σε αυτό το βιβλίο, για κρίση της εφηβείας. «Στην κινεζική γλώσσα η λέξη κρίση αποτελείται από δύο ιδεογράμματα, αυτό που σημαίνει κίνδυνος και αυτό που σημαίνει ευκαιρία"». Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό. Μας υποδεικνύει ότι βοηθώντας έναν έφηβο δεν τον βοηθούμε απλά να ξεπεράσει μια κρίση της ζωής του, αλλά να εξελιχθεί σε κάτι ακόμη καλύτερο για το οποίο η κρίση γίνεται σκαλοπάτι. Η εφηβεία έτσι μετατρέπεται σε πολύτιμη ευκαιρία να αναδιοργανωθεί ολόκληρη η ζωή σε νέες βάσεις, υγιέστερες και δημιουργικότερες. Η κρίση της εφηβείας μπορεί να μετατραπεί σε δώρο, όσο παράξενο και αν ακούγεται αυτό.

Η δυνατότητά μας ως γονέων να συνεργήσουμε σε αυτή την αξιοποίηση της κρίσης είναι καθοριστική. Η οικογενειακή ψυχοθεραπεύτρια Virginia Satir γράφει: «Οι ενήλικοι χρειάζεται να δημιουργήσουν το κατάλληλο περιβάλλον γι' αυτή την ανάπτυξη, με την ίδια προσοχή που φτιάχνουμε το σπίτι μας για να προσφέρει ασφάλεια στο μικρό παιδί. Είναι ανάγκη αυτό να γίνει με τρόπο που να προφυλάσσει την αξιοπρέπεια του εφήβου, να του αναπτύσσει την αίσθηση της αξίας του και να του προσφέρει χρήσιμες οδηγίες. Έχω ακούσει γονείς που παραπονιούνται για τους εφήβους τους: «Δεν κάθονται ποτέ ήσυχοι. Πρέπει ν' ασχολούνται συνέχεια με κάτι». Αυτό σημαίνει δύναμη για την πορεία. Οι μυαλωμένοι γονείς αποδέχονται αυτή την αδιάκοπη αναταραχή και καταφέρνουν να ξεπερνούν με καλοσύνη τα πρόσκαιρα ξεσπάσματα της καταιγίδας. Με πολλή προσοχή δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες μέσα στις όποιες θ' αναπτυχθούν τα μπουμπούκια και θ' ανθίσουν. Έτσι βγαίνουν οι καλοί καρποί. Σ' αυτή την περίοδο της τρομακτικής αλλαγής, ο καθένας παρουσιάζεται αλλιώτικος και θα πρέπει ν' αρχίσουν τη γνωριμία τους απ' την αρχή. Η αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης περισσότερο με αγάπη παρά με φόβο συχνά εξασφαλίζει την επιτυχία». Έτσι λοιπόν ο πόνος της εφηβείας ουσιαστικά αποτελεί πόνο τοκετού. Και ο πόνος τοκετού δεν αποτελεί αρρώστια, αλλά είναι δημιουργικός. Συμβάλλει στο να έλθει ένας καινούργιος άνθρωπος στον κόσμο. Η εφηβική οδύνη συντελεί στο να βρει ένας άνθρωπος το καινούργιο του πρόσωπο. Μόνο που γίνεται εντονότερος ο πόνος αυτός στο σημερινό κόσμο».


Το βιβλίο «Ταραγμένη Άνοιξη» του π. Βασιλείου Θερμού κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δομή
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

"Άγγελέ μου"

Την περασμένη εβδομάδα έτυχε να παρευρεθώ στη γιορτή λήξης ενός παιδικού σταθμού. Καθένας που έχει βρεθεί σε μια τέτοια εκδήλωση μπορεί εύκολα να θυμηθεί τα πανέμορφα συναισθήματα χαράς και συγκίνησης βλέποντας μικροσκοπικούς θεούς να ανακατεύουν χορευτικά τις κινήσεις τους πλημμυρίζοντας τα σύνορα της ευγνωμοσύνης και της γονικής στοργής. Αμέτρητες εικόνες ανόθευτης χαράς, ανεπιτήδευτες εκφράσεις κεφιού και διασκέδασης, πολύτιμες λεπτομέρειες από αυτές που πριν τα φωτογραφικά αρχεία θησαυρίζουν τις ανθρώπινες καρδιές.

Σε μια τέτοια στιγμή λοιπόν βρισκόμουν κι εγώ, θαυμάζοντας τη μικρή μας ηρωίδα σε χορευτικές και θεατρικές στιγμές που αναμφίβολα ξεχώριζαν για την ευρηματικότητα και την δροσερή απόδοσή τους. Σε μια στιγμή που το βλέμμα μου ακολουθούσε την εντυπωσιακή αλλαγή των μικρών πρωταγωνιστών στη σκηνή, ένιωσα τη ματιά μου να παγώνει για μερικά δευτερόλεπτα. Προσπάθησα να γυρίσω το κεφάλι στο ρυθμό της σκηνικής δράσης μα ήταν αδύνατον. Στην άκρη της μπροστινής σειράς των θεατών βρίσκονταν ένα παιδάκι, συνομήλικο μάλλον με τα άλλα που βρίσκονταν στη σκηνή, καθισμένο στην αγκαλιά της μητέρας του και χειροκροτούσε με ένταση. Χειροκροτούσε με το ακρωτηριασμένο του, ως τον αγκώνα δεξί χέρι, δυνατά! Κόλλησα. Ξανακοίταξα καμουφλάροντας πίσω από το χαμόγελο που φοράμε σε τέτοιες στιγμές, όταν το εξωτερικό ερέθισμα προσφέρει το τέλειο άλλοθι, για να κρυφτείς.

Τα πιτσιρίκια στη σκηνή έτρεχαν στους ρυθμούς της μουσικής εκπληρώνοντας το θαύμα της παιδικότητας που γνωρίζει τη μαγεία της αποκλειστικότητας του παρόντος. Κινούνταν ξέφρενα πέρα δώθε χορεύοντας πότε ρυθμικά πότε άτακτα, με το χαμόγελο ανεξάλειπτα ζωγραφισμένο στο παιδικό τους πρόσωπο. Από κάτω στον κήπο του παιδικού σταθμού, όλοι οι παρευρισκόμενοι χειροκροτούσαμε ή τραβούσαμε φωτογραφίες και βίντεο μοιραζόμενοι τη χαρά των μικρών πρωταγωνιστών. Ο μικρός της πρώτης σειράς δεν είχε ξεκολλήσει το βλέμμα του από τα δρώμενα στη σκηνή. Πιθανότατα κάποιο συγγενικό του πρόσωπο βρίσκονταν ανάμεσα στους μικρούς ήρωες που παρήλαυναν από το σκηνικό της γιορτής. Κι αυτός καθηλωμένος στα γόνατα της μητέρας του φιλοξενούσε στην αγιογραφία του προσώπου του ένα τεράστιο χαμόγελο, δυο πελώρια φωτεινά καστανά μάτια και δυο χέρια με μια παλάμη και πέντε δάχτυλα που ενώνονταν κάπως μεταξύ τους κάνοντας τον πιο δυνατό θόρυβο από τα χειροκροτήματα του καθενός μας. Γελούσε δυνατά, ξεχείλιζε χαρά, και χειροκροτούσε, χειροκροτούσε πιο δυνατά απ’ όλους μας, αυτός ο μικρός με το ακρωτηριασμένο χέρι˙ δάκρυσα, τον κοίταγα έντονα, μη χάσω το θαύμα, αυτόν τον πρωταγωνιστή ανάμεσα στο πανηγύρι της αθωότητας.

Έπιασα τον εαυτό μου να νιώθει την ανοησία όσων προβλημάτων με φορτώνει καθημερινά ο ναρκισσισμός και το άγχος ψεύτικων αναγκών. Να θεωρώ γελοίο το φόβο μου για τα χρήματα, τη δουλειά, την υγεία μου. Συνειδητοποίησα πως τα δικά μου ελλείμματα και τα κάθε είδους προβλήματα είναι δεύτερα μπρος στις ανάγκες και στα προβλήματα άλλων ανθρώπων. Πως δεν αξίζει να παραπονιέμαι για όσα δεν έχω γιατί κάποιος άλλος δεν έχει ούτε αυτά. Κατάλαβα πως είναι μάταιο να επαινώ τα κατορθώματά μου γιατί τα αληθινά επιτεύγματα τα δημιουργούν κάποιοι ηρωικοί γονείς σαν του μικρού παιδιού με το πρόβλημα αναπηρίας. Αντιλήφθηκα πως είναι πολύ μεγάλο ψέμα να μιζεριάζω για όσα δεν έρχονται όπως τα θέλω στη ζωή γιατί για κάποιους η δυσκολία γράφεται με Δ κεφαλαίο. Είδα, πως είμαι εν τέλει αδικαιολόγητος για όσα δεν εκτιμώ και μοιράζομαι ως δώρο με τους γύρω μου γιατί κάποιοι κάνουν πλούτο το υστέρημά τους και το μοιράζονται πλουτίζοντας όσους τους αγαπάνε.

Σε μια στιγμή ένα κοριτσάκι σαν ζωγραφιά απομακρύνθηκε από τη σκηνή και με γρήγορες κινήσεις κατευθύνθηκε στον μικρό μου ήρωα. Τα χαμόγελα των δυο παιδιών αγκαλιάστηκαν στον αέρα και φώτισαν όλη την αυλή του σχολείου. Η μικρή, πιθανότατα αδερφή του, άνοιξε τα χέρια της και τον αγκάλιασε θέλοντας να μοιραστεί τη χαρά της μαζί του. Αυτός την αγκάλιασε δυνατά με τα δυο του χέρια. Είμαι βέβαιος πως η μια παλάμη αγνοούσε την ανυπαρξία της άλλης. Ήταν βέβαιη και σίγουρη για την ένωση. Μια ένωση που δεν ήρθε κι ίσως δεν θα έρθει ποτέ. Δεν ξέρω αν έχει σημασία αυτή η αίσθηση. Τρομάζω στην εικόνα, στα αισθήματα του μικρού παιδιού που θα μεγαλώνει με την συνειδητοποίηση μιας τέτοιας αναπηρίας. Εύχομαι κάποτε η επιστήμη να αποκαταστήσει αυτή την έλλειψη. Να βρει τον τρόπο να δώσει την σωματική υγεία, την αρτιμέλεια που υπόσχεται και την μετέπειτα «φυσιολογική» ζωή. «Φυσιολογική» ζωή, τέλος πάντων, είναι μεγάλη η κουβέντα για έναν τέτοιο τίτλο κι αλλιώς μιλάει ένας που ζει με την αναπηρία κι αλλιώς ο όποιος θεατής.

Η μικρούλα σήκωσε το χέρι της επιστρέφοντας στη σκηνή στον αέρα. Ο αδερφός της ένωσε το δικό του στον αέρα μαζί της! Οι παλάμες χώρισαν. Αυτό ήταν η απάντηση. Ο άλλος σου δίνει αυτό που δεν έχεις, αυτό που δεν είσαι. Η πληρότητα, το δέσιμο είναι υπόθεση δυο ανθρώπων που αγαπά ο ένας τον άλλον με το βάρος και την αξία που τα δυο μικρά αδέρφια ένωσαν τα χέρια τους στον αέρα. Στα δικά τους μάτια πιθανόν ένα ακρωτηριασμένο χέρι να μην τρομάζει τόσο πολύ για το δύσκολο παρόν που θα προσφέρει. Στα δικά τους μάτια όλα θα είναι σαν αυτή την καλοκαιρινή γιορτή στη γιορτή λήξης με τα αμέτρητα χαμόγελα, την ανεξάντλητη χαρά, το κέφι και την ανεκτίμητη παιδική αθωότητα. Γεύση από Παράδεισο!

Στο τέλος της γιορτής, μετά την υπόκλιση όλων των μικρών πρωταγωνιστών της γιορτής και τα τελευταία αποχαιρετιστήρια λόγια από τις δασκάλες τους, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το νου μου από την εικόνα του μικρού μου φίλου. Είχα για άλλη μια φορά αλλοιωθεί τόσο γρήγορα και τόσο βαθειά με την αποκάλυψη μιας αλήθειας ξεκάθαρης και διαπεραστικής. Τέρμα τα χαζά παράπονα για ψεύτικα προβλήματα. Δες παραέξω. Δες και σιώπα. Δες και εκτίμησε. Δες κι αγάπα.

Κατευθύνθηκα προς το μέρος της οικογένειας. Εν τω μεταξύ είχε έρθει κι ο πατέρας που πιθανότατα φωτογράφιζε την μικρή στη γιορτή. Η ίδια έτρωγε απέναντι από τον αδερφό της ένα μεγάλο κομμάτι γλυκό από το ίδιο πιάτο. Ήθελα να συγχαρώ τους γονείς για την αντοχή και την πίστη τους, να τους δώσω δύναμη, να μιλήσω απλά μαζί τους και να μοιραστώ ό,τι κι αν ήθελαν να μοιραστούν, να μάθω μόνο το όνομα του παιδιού, του μικρού μου ήρωα.

Την ώρα που πλησίαζα ο μικρός έκανε μια απότομη κίνηση και γύρισε προς το μέρος μου. Έτρεξε γρήγορα πίσω μου προς κάποιο άλλο παιδάκι, φίλο του πιθανότατα να τον αγκαλιάσει, να παίξει μαζί του. Ίσα που πρόλαβα να του χαϊδέψω το κεφάλι την ώρα που περνούσε τρέχοντας δίπλα μου. Η μητέρα του έστρεψε απότομα κι αυτή το βλέμμα εφιστώντας την προσοχή στο παιδί της: «Άγγελέ μου… μην τρέχεις… πρόσεχε!». Σταμάτησα. Ναι λοιπόν˙ δεν είχα κάνει λάθος! Ήμουν σε μια σκηνή με γεύση από τον Παράδεισο. Κι ένας άγγελος, ένας μικρός ανάπηρος άγγελος, με ακρωτηριασμένο το ένα του χεράκι μού έδειχνε τι είναι Θεός. Πλησίασα τους γονείς και μίλησα μαζί τους. Ρώτησα πολλά κι έμαθα περισσότερα. Ρώτησα πολλά εκτός από ένα. Το όνομα του μικρού. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που έμοιαζε τόσο μα τόσο αληθινό… «Άγγελέ μου…».
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Τι είναι η χάρις

Τι είναι η χάρις; Το χαμόγελο του ημιτελούς...

Γιάννης Σκαρίμπας Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Ο αναπόφευκτος χαμός

Αναρωτιέμαι πολλές φορές, μετά τον θάνατο ενός ζευγαριού πού πάνε τα τρυφερά τους λόγια, αυτά που ψιθύριζαν μονάχα μεταξύ τους για χρόνια, αυτά που δεν κατέγραψε ποτέ κανείς, ο κώδικάς τους ο ιδιωτικός, ο ερμητικός, τα λόγια που φτιάχτηκαν απ' τα υγρά του έρωτα καθώς σταγόνες στέγνωναν στο στήθος και στην κοιλιά. Οι λέξεις τους οι μικρές, οι χαϊδευτικές, τα παρατσούκλια του έρωτα που μοιάζουν με γουργουρητά περιστεριών, τα προσωνύμια εκείνα που μπεμπεκίζουν, που ακούγονται στ' αυτιά των άλλων γελοία αλλά δεν είναι, λέξεις που τυχόν δεν υπάρχουν αλλά είναι παραφθορές άλλων, λόγια που τα φούρνισαν οι δικοί τους στεναγμοί και οι δαγκωματιές τους σε λαιμούς και τρυφερά αυτιά. Πού πάνε όλα αυτά μετά τον θάνατο; Δεν είναι λόγια προσευχής να τα φυλάξουν οι άγγελοι ούτε ποιήματα εμπνευσμένων ανδρών για να σκύψουν πάνω τους ύστερα από χρόνια οι σοφοί. Θρηνώ για τον χαμό τους τον αναπόφευκτο.

Από την Ανεμώλια του Ισίδωρου Ζουργού, εκδόσεις Πατάκης
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Ισόβια ευθύνη

Θα είσαι για πάντα υπεύθυνος για ό,τι έχεις εξημερώσει.

Από τον "Μικρό Πρίγκιπα" του Αντουάν ντε Σαιν Εξυπερύ, εκδ. Πατάκης Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι

"Πού καιρός για επανάσταση! Και γιατί άλλωστε; Να διορθωθεί τι και με ποιο τρόπο; Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης, όπως είπαμε Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μια επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες. Η καταπίεση ευνοεί την αντίσταση και την ψυχική υγεία. Η επιτυχία και η επικράτηση κάνει ν’ αναβιώσει η εγωπάθεια, ο απολυταρχισμός, ο συγκεντρωτισμός και η απανθρωπιά.

Η αντίσταση ξαναγεννά. Η Εξουσία φθείρει, καταστρέφει τα ζωογόνα κύτταρα του ανθρώπου. Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν’ αντέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας.

Ο άνθρωπος σε μια έξυπνη στιγμή του, έβγαλε τον Θεό και το Δαίμονα από μέσα του και τους εναπόθεσε στους ουρανούς. Θέσπισε Νόμους, έχτισε εκκλησίες και έγινε ανεύθυνος στη μοίρα του, μοιράζοντας τις ευθύνες έξω από αυτόν. Μια σειρά τελετουργιών προδικάζουν την επιρροή του καλού και του κακού. Κι έτσι αφέθηκε να τον καθοδηγεί η ανθρώπινη αδυναμία του και όχι μια σμιλεμένη ανθρώπινη κρίση. Η πολιτεία, το Κράτος, ευνοεί την εκπαίδευση εκείνη που δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο αλλά τον περιορίζει σε ειδικά πλαίσια, επωφελή για το σύνολο. Και η ανθρώπινη κρίση άρχισε να περιορίζεται στα καθ’ ημάς και όχι στις δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης μας.

Πώς να αντιδράσουμε όταν η μεγάλη πλειοψηφία ζει την πλάνη, πως εκπροσωπείται από τους τυχοδιώκτες του Τύπου και της Πολιτικής και πως η θέλησή της κυβερνά; Πώς θα μπορέσει να αποφύγει τη θανάσιμη ψευδαίσθηση που έντεχνα έχουν δημιουργήσει οι εκάστοτε κρατούντες κι ακόμη περισσότερο οι ψευτοσοσιαλιστές και οι αριστερίζοντες καιροσκόποι; […] Μια καινούργια τάξη αρχίζει να γεννιέται από τους φωτισμένους και ανησυχούντες κάθε παράταξης. Και φυσικά καλούμεθα να ζήσουμε διωγμούς και καταδιώξεις όλων αυτών των ανήσυχων και πεφωτισμένων, στο όνομα του λαού και του Σοσιαλισμού, ετούτη τη φορά. Όπως παλιά στο όνομα της Πατρίδας και του Έθνους ημών του Ιερού. Ποτέ δεν πρόκειται να τελειώσει η ανθρώπινη περιπέτεια αλλά και η ανθρώπινη ευπιστία. Πάντα ο άνθρωπος θα πιστεύει πως τα όνειρά του θα δικαιωθούν. Αλλά και πάντα θα αγνοεί πως ο ίδιος καταστρέφει τα όνειρά του με το να ξυπνά κάθε πρωί. Κάθε πρωί και όχι για πάντα, μια και μόνη φορά.

Το θέμα όμως παραμένει επιτακτικό και τυραννικό. Πώς ένας πολίτης που σκέφτεται και δεν εννοεί να συμβιβάζεται ή να βολεύεται στις ομαδικές πλάνες, μη συμμετέχοντας στα ομαδικά ή συντεχνιακά συμφέροντα, πώς ένας τέτοιος πολίτης είναι δυνατόν να διατηρήσει τη φωνή του και τη σημασία της, με το κύρος που του παρέχει η επιτυχής προσωπική του εργασία; Εδώ παρατηρούμε μια συνεχή διαρροή επιτυχών πολιτών που για τον έναν ή άλλο λόγο δεν άντεξαν στην επιτυχία ή στην καθιέρωση. Το Κράτος τους κολακεύει με τη συμμετοχή τους στην άσκηση πολιτικών πράξεων. Τους χρίζει βουλευτές. Ένας πρώτος και εύκολος εκμαυλισμός τους. Τους εισάγει στη Βουλή κι ενώ είναι γνωστό πως η Βουλή έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί κέντρο λήψης αποφάσεων. Έχει καταλήξει σε κέντρο επικυρώσεως κυβερνητικών αποφάσεων. Είναι μια βιτρίνα-επίφαση μιας δήθεν Δημοκρατίας. Και ο ‘επιτυχών’ ευνουχίζεται σε μια παράσταση που έχει πάψει προ πολλού να σημαίνει κάτι παραπάνω από μια ‘τελετουργία νεκρού θέματος’.

Και το κακό είναι πως οι πολίτες συνηθίζουν στην παρερμηνεία των λέξεων και στις κενές περιεχομένου σπουδαιοφανείς ορολογίες, που επικίνδυνα έχουν επικρατήσει στους νεοελληνικούς καιρούς μας. Κι όχι μόνο στον τόπο μας, αν και εδώ το κακό έχει παραγίνει. Έχουμε φτάσει σ’εγκληματικά όρια και η αντίδρασή μας δεν πρέπει να χωράει αναστολή. Προφέρονται ανενδοίαστα λέξεις-φράσεις χωρίς ίχνος από το αρχικό τους περιεχόμενο. Και χαρακτηρίζεται ολόκληρη η κυβερνητική δραστηριότητα από μια τέτοια κενή περιεχομένου λεξιχρησία, χωρίς ενδοιασμό, ντροπή ή επιφύλαξη, που υποτιμά την στοιχειώδη νοημοσύνη του Έλληνα πολίτη, τουλάχιστον στο ποσοστό των μ’ευαισθησία ανησυχούντων και σκεπτόμενων. Ζούμε την προετοιμασία νεοφασιστικών καιρών, στ’ όνομα του παντοδύναμου λαού και των ‘απλών’ ανθρώπων. Και φυσικά ήταν επόμενο να φανούν ‘δημοσιογραφικά’ όργανα για να υπηρετήσουν τον προετοιμαζόμενο νεοφασισμό, με εκχυδαϊσμένη γλώσσα, εσκεμμένος λεξινοθείες και ευτελείς κολακείες γερόντων και υποανάπτυκτων πολιτών."

Απόσπασμα από το Κείμενο: “Ο λόγος για τους Έλληνες νέους του ΄88'

Μάνος Χατζιδάκις, «Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι», εκδ. Ίκαρος, 2011
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ο μικρός κι ο μεγάλος Θεός

Από μικρός είχα ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου πως ο θεός που πιστεύω, που πιστεύει η οικογένεια, οι φίλοι, οι γνωστοί μου, η πατρίδα μου όλη είναι ένας. Τι κι αν αυτός ο θεός αλληλοπεριχωρούνταν σε τρία πρόσωπα, εάν διακρίνονταν ξεκάθαρα με ονόματα που δήλωναν οικογενειακές σχέσεις, Πατήρ, Υιός και Πνεύμα˙ ήταν τέλος πάντων κάτι εντελώς διαφορετικό από το αρχαιοελληνικό δωδεκάθεο ή τον πολυθεϊσμό των ανατολικών θρησκειών. Μεγαλώνοντας έμαθα στο σχολείο τις δέκα εντολές, πρώτη και κύρια η μοναδικότητα του ενός θεού, ενώ κάθε φορά που αποστήθιζα το Σύμβολο της Πίστης για το μάθημα των θρησκευτικών είχα συνδυάσει πως μετά από την ομολογία πίστης ακολουθεί η αποκλειστικότητα του ενός θεού. Πιστεύω εις ένα θεό…

Τα χρόνια πέρασαν και ουδέποτε χρειάστηκε να αμφιβάλω για τις περί θεού γνώσεις μου. Ο θεός των κατηχητικών, της θείας μου και των θεολογικών σχολών κρατούσε δίχως την παραμικρή αμφιβολία τα σκήπτρα μιας επιβλητικής και σίγουρης για τη μοναδικότητά της παρουσίας. Όλα κυλούσαν ήρεμα, δίχως την παραμικρή υποψία αμφιβολίας. Ο ένας θεός, εκείνος που μαζί με τους γύρω μου ομολογούσα κάθε Κυριακή στην εκκλησία, χαμογελούσε σίγουρος για τη θέση του στο μυαλό και στην καρδιά μου. Δεν γινόταν αλλιώς, δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τόσοι άγιοι, τόσοι πατέρες διδάσκαλοι, μια παράδοση χιλιετιών, τόσοι πιστοί στις εκκλησίες, δε γινόταν διαφορετικά, ο ένας και μοναδικός θεός είχε θρονιαστεί για τα καλά στη ζωή μου. Έμαθα να ζω μαζί του, με έμαθε κι αυτός καλά, τα πηγαίναμε μια χαρά οι δυο μας, και με τις καλές και με τις δύσκολες στιγμές μας. Όλα κυλούσαν καλά μέχρι την ημέρα που χρειάστηκε να του μιλήσω όπως δεν του είχα μιλήσει ποτέ. Να απευθυνθώ σε αυτόν ως πρόσωπο σε πρόσωπο, ως ένας άνθρωπος στον θεό του, στον ένα και μοναδικό θεό του.

Η ανάγκη μου ήταν μεγάλη. Ξεπερνούσε τις επιθυμίες και τα παρακάλια με τα οποία τον φόρτωνα όλα τα πολλά προηγούμενα χρόνια της ζωής μου. Παλιότερα ζητούσα κάτι απλό ή κάτι πιο σημαντικό. Αυτός άλλοτε ανταποκρίνονταν άλλοτε όχι, άλλοτε απαντούσε στις προσευχές μου άλλοτε αδιαφορούσε επιδεικτικά, άλλοτε πάλι μου έδινε μια άλλη λύση, μια λίγο καλύτερη ή λίγο χειρότερη λύση. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν οριακά. Αυτό που λέμε ζήτημα ζωής ή θανάτου. Θα το έχουν ζήσει όλοι νομίζω οι άνθρωποι σε κάποια στιγμή της ζωής τους, να απευθύνονται στον Θεό που ενσαρκώνει την όποια ελπίδα τους, σαν να είναι η τελευταία φορά που μιλάνε μαζί Του, ή τώρα ή ποτέ, ή μου απαντάς ή δεν υπάρχεις, ή είσαι εδώ ή Σε ξεχνώ. Κι Αυτός δεν απάντησε! Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου! Πήγα να τρελαθώ εάν δεν το δοκίμασα τότε. Ξαναπαρακάλεσα για μιαν απάντηση, ξανά σιωπή κι άλλα παρακάλια κι άλλη σιωπή, κλάματα, φωνές, ζητιανιά στο έλεός του, απόκριση καμία. Ο ένας και μοναδικός Θεός μου απλά δεν υπήρχε. Τουλάχιστον στη δική μου ζωή ήταν απών.

Στα πολλά χρόνια ήρθαν κι άλλα χρόνια. Κύλησαν κι αυτά στο ποτάμι της ιστορίας κάνοντάς με πιο σίγουρο για την πραγματικότητα της ανυπαρξίας του ενός και μοναδικού Θεού, δίνοντάς μου μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, πιο μεγάλη σιγουριά για τις ικανότητές μου για την αίσθηση της ευθύνης να διαμορφώνω εγώ ο ίδιος τη ζωή μου, δίχως την καταφυγή σε κάποιον θεό, ούτε στον έναν και μοναδικό, κυρίως όχι σε αυτόν. Χίλιες φορές έξω από τον Παράδεισο παρά ζώντας με την ψευδαίσθηση μιας δήθεν παρουσίας. Έστω κι αργά είχα γλιτώσει από τα ψέματα. Έστω κι αργά καταλάβαινα γιατί τότε δεν απαντούσε ή γιατί απαντούσε με άλλες λύσεις από αυτές που του ζητούσα. Εάν ήταν αληθινός, εάν αληθινά με αγαπούσε θα με άκουγε. Αυτός σχεδίαζε τη ζωή μου ερήμην μου. Όχι τέτοιον θεό δεν τον ήθελα, δεν τον ήξερα, πολύ απλά και να υπήρχε κάπου, δεν υπήρχε για εμένα. Δεν τον ήξερα αυτόν τον Θεό.

Μεγαλώνοντας με την ασφάλεια μιας τέτοιας σιγουριάς είχα ξεχάσει πως το τυχαίο είναι ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης στη ζωή μας. Παλιότερα τα περίμενα όλα από τον έναν και μοναδικό θεό, του απέδιδα επιτυχίες κι αποτυχίες, αποτελέσματα και επιλογές, όλα είχαν μια αναφορά. Τώρα όμως ένα σημαντικό ζήτημα υγείας με έκανε να τον θυμηθώ και πάλι. Η ασφάλεια του εαυτού μου έμπαζε από παντού. Οι γιατροί είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά. Η επιστήμη μού επιδείκνυε ανήμπορη τα όριά της. Αυτό λοιπόν ήταν; Μια αρρώστια, μια σοβαρή αρρώστια νικά τα πάντα; Ο θάνατος πάνω από το κάθε τι; Όλα προκαθορισμένα, όλα μοιρολατρικά αποδεκτά; Δίχως θεό; Δίχως προσευχή, δίχως αλλαγή; Τούτη η ήττα περνά πάνω μου σαν συντριβή. Εξευτελίζει και το μυαλό και το κορμί και την ψυχή μου. Τόσο ανήμπορος να επέμβω στη ζωή μου δεν είχα νιώσει ποτέ. Τραγικός. Μόνος. Συντριμμένος. Ταπεινωμένος. Ταπεινωμένος ως τα όρια της αβύσσου.

Και τότε ήρθε Αυτός. Ήρθε πάλι με την απουσία Του. Εμφανίστηκε δίχως να δώσει απάντηση στην προσευχή μου, ήρθε όχι με τις βροντές της επιθυμίας μου μα με την λεπτή αύρα της αγάπης του. Δεν υπάρχει γιατρικό γιατί δεν έχεις ανάγκη από γιατρικό. Και να υπάρχει δεν είναι για σένα! Άκουσα καλά; Όχι για μένα; Εσύ το λες; Ο Θεός; Και τότε, για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα τον έναν και μοναδικό Θεό! Αυτός ο Θεός με τον οποίο είχα μεγαλώσει όλα αυτά τα χρόνια ήταν ένας άλλος Θεός. Ένας μικρός θεός στον οποίο απευθυνόμουν ακριβώς σαν να ήταν μικρός. Είχα απέναντί μου έναν Θεό και εγώ του ζητούσα μια δουλειά, λίγα χρήματα, λίγα χρόνια ζωής παραπάνω, μια γυναίκα, μια αύξηση, ένα εξοχικό, υγεία για τα παιδιά μου. Όπως ακριβώς ζητά κανείς ένα ρουσφέτι, μια χάρη για να περνά καλύτερα. Κι αυτός από αγάπη, σίγουρα γελώντας μαζί μου, άλλοτε τα έδινε άλλοτε όχι. Δεν προσβάλλονταν που τον αντιμετώπιζα σαν ένα μικρό θεό, έναν υπάλληλο σε γραφείο εξυπηρέτησης πελατών, που του υποδείκνυα την επιτακτική εκπλήρωση των μικρών μου επιθυμιών απέναντι στο θεϊκό του σχέδιο για μένα.

Δίπλα σε αυτόν τον θεό, τον μικρό θεό που άκουγε τις δικές μου επιθυμίες μού φανερώθηκε ένας άλλος Θεός. Ο αληθινός ένας και μοναδικός Θεός. Ένας μεγάλος θεός που τις μικρές μου επιθυμίες τις έκανε μεγάλες. Που στα δικά μου σχέδια είχε έτοιμο ένα σχέδιο θεϊκό. Που στους κοντόφθαλμους ορίζοντές μου καταργούσε τα σύνορα, που αντί για ένα ευτυχισμένο άνθρωπο ήθελε να με κάνει θεό. Να μου χαρίσει αυτό που είναι. Κι εγώ ζητούσα χρήματα, υγεία, ευτυχία κι Αυτός μου μιλούσε για αιωνιότητα και βασιλεία, για νόημα και πληρότητα ζωής, μου χάριζε μια μοίρα θεϊκή με όρους που δεν είχα φανταστεί πως υπήρχαν κι εγώ επέμενα να ζητάω τα μικρά κι ασήμαντα που ορίζουν μια μικρή μίζερη ευτυχία να χωρά στα δικά μου ανθρώπινα ασφαλή μέτρα. Να γεννηθώ να ζήσω και να πεθάνω σαν άνθρωπος. Σαν τα κατοικίδια που τους χαρίζουν οι ιδιοκτήτες λίγα χρόνια ευτυχίας και μετά το τέλος. Να γεννηθώ σαν άνθρωπος , να ζήσω σαν θεός και να μη πεθάνω ποτέ δεν χωρούσε στις προσδοκίες μου. Ο μεγάλος Θεός είχε το δικό Του σχέδιο για μένα αλλά εγώ του φερόμουν σαν να ήταν μικρός, σαν να υπήρχε μόνο ένας μικρός θεός. Κι αυτός, όντως δεν υπήρχε. Δεν ήταν Θεός. Ανάμεσα στους δυο Θεούς ο αληθινός ήταν ο Μεγάλος!

Τότε σιώπησα. Έπρεπε να συντριβώ για να χάσω τη μιλιά μου. Για να δω το πρόσωπο του Θεού έπρεπε να μάθω την ύπαρξή Του. Να τολμήσω να ζητάω μεγάλα και σπουδαία πράγματα από τον μεγάλο και σπουδαίο Θεό. Η εποχή που παρακαλούσα μικρές επιτυχίες από τον μικρό Θεό είχε παρέλθει. Κι αν στο σχέδιό του μου ζητούσε μεγαλύτερα πράγματα από όσα ήμουν ικανός να αντέξω; Εάν μου ζητούσε να τα παρατήσω όλα, να γίνω μοναχός, να πάω στην άκρη του κόσμου για έναν σημαντικό σκοπό, να χαρίσω την περιουσία μου, να εγκαταλείψω την οικογένειά μου; Φοβόμουν έναν τέτοιο Θεό ή τον γύρευα; Τα μεγάλα σχέδιά ενός Μεγάλου Θεού δεν μπορεί να μην έχουν κι αγάπη πάνω από σοφία. Ο αληθινός Θεός, σου δίνει την θεότητά του, σε κάνει θεό με ένα τρόπο που ξέρει Αυτός. Αρκεί να τον εμπιστευτείς και να υπακούσεις στο δικό Του σχέδιο. Ακόμη κι όταν δεν απαντούσε σε ό,τι ζητούσα ή απαντούσε διαφορετικά από τις επιθυμίες μου, κατάλαβα πως το έκανε επειδή ακριβώς η αγάπη του δικού Του σχεδίου ήταν κάτι ασύλληπτα ανώτερο και τιμητικό για εμένα. Ξανακοίταγα το παρελθόν μου και σκεφτόμουν πόσο αλήθεια κρίμα είναι να έχεις δίπλα σου έναν Μεγάλο Θεό για μεγάλα σχέδια και μεγάλες χαρές κι εσύ να τον αντιμετωπίζεις σαν μικρό υπάλληλο, σαν έναν μικρό θεό για τα ψώνια της καθημερινής σου μικροευτυχίας. Να σου τάζει μια αιωνιότητα σαν θεός, από εδώ και για πάντα κι εσύ να του ζητάς δυο τρία κιλά ευτυχίας. Είχα απέναντί μου έναν Θεό, τον έναν Θεό. Έπρεπε λοιπόν να τον αντιμετωπίσω έτσι. Σαν Θεό!

Δεν είχε νόημα πια να του ζητάω παρά μόνο να μάθω να τον ακούω. Να εμπιστεύομαι τα μεγάλα, τα θεϊκά σχέδιά Του για εμένα, να προσπαθώ να χωρέσω την δίχως όρια αγάπη σε ένα σενάριο που αξίζει να ζει την αιωνιότητα ως δώρο από εδώ και τώρα. Τι νόημα έχουν άραγε δέκα, είκοσι ή και πενήντα χρόνια ευτυχισμένης ζωής μπροστά σε μια τέτοια προοπτική; Ο Μεγάλος Θεός μου αποκαλύφθηκε στη θέση του μικρού όταν τόλμησα να ριψοκινδυνεύσω την πραγματικότητα μια μεγάλης ζωής. Θεϊκής, δίχως θάνατο, γεμάτης νόημα. Μιας ζωής φτιαγμένης με σχέδια θεϊκά, σπουδαία, μεγάλα. Αυτής της μιας και μοναδικής ζωής, τέτοιας που μόνο ο ένας και μοναδικός Θεός μπορεί να χαρίσει.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Ο άνεμος κι η Άνοιξη

Ὁ ἄνεμος ρέει μέσα στήν καρδιά μας
Σάν οὐρανός πού ἔχασε τό δρόμο
Δέντρα προσπαθοῦν νά τοῦ δέσουν τά χέρια
Ἀλλά μάταια κοπιάζουν
Ὁ ἄνεμος ἀναπνέει μέσα στήν καρδιά μας
Σάν στρατός πού ὁρμάει στόν ἀγῶνα
Τόν καλωσορίζει ἡ ἄνοιξη στήν κοιλάδα
Τόν χαιρετᾶνε τ᾿ ἀρώματα τῆς γῆς
Ἡ ἄνοιξη εἶναι μία παρθένα πού δέν τήν ξέραμε
Καί ὅλους μᾶς φίλησε μέ θάρρος προτοῦ τό ζητήσουμε
Τώρα ἀγκαλιάζει τόν ἄνεμο καί κάνει σάν τρελή
Κι ἀναγκάζει κι ἐμᾶς νά τόν ἀγαπήσουμε

Από τα Ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, εκδόσεις Ζήτρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Μνημόσυνο στον Κώστα Τσιρόπουλο

Προέλευση: fractalart.gr

Δεκέμβριος 1971.

Στη στοά της Πανεπιστημίου 10, ένας δόκιμος της σχολής υπαξιωματικών Χωροφυλακής, παρατηρεί τα βιβλία στην προθήκη ενός μικρού βιβλιοπωλείου. Ανοίγει διστακτικός την πόρτα και ζητά ν’ αγοράσει δυο βιβλία: «Αυτοψία της εποχής» και «Η μαρτυρία του ανθρώπου». Συγγραφέας: Κώστας Τσιρόπουλος.

Καθώς ετοιμάζεται να βγει, ένας ευγενής κύριος, τον ρωτά αν τον ενδιαφέρει ο κόσμος της φιλοσοφίας και αν γνωρίζει τον συγγραφέα. Ο δόκιμος υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, συνεσταλμένος, απαντά πως προσπαθεί να τον γνωρίσει (τον χώρο της φιλοσοφίας), ενώ τον συγγραφέα για πρώτη φορά θα τον διαβάσει.

Ο ευγενής κύριος θα τον ρωτήσει:

«Από πού είστε;»

«Από τη Λάρισα, κύριε…»

Πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του κυρίου.

«Είμαστε πατριώτες. Κι εγώ Λαρισαίος είμαι. Χαίρομαι που σ’ ενδιαφέρει το βιβλίο και ασχολείσαι μ’ αυτό, αν και η Χωροφυλακή που υπηρετείς δεν φημίζεται για τις καλές σχέσεις της με το βιβλίο».

«Μου αρέσει το διάβασμα. Και κάπου – κάπου προσπαθώ να γράψω. Έχω δημοσιεύσει δυο-τρία διηγήματα στην τοπική εφημερίδα, την Ελευθερία…»

«Τι μου λες; Ο πατέρας μου, κάποτε, ήταν αρχισυντάκτης της Ελευθερίας, ο Ευάγγελος Τσιρόπουλος…»

Ο νεαρός δόκιμος υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, ξανακοίταξε τα εξώφυλλα των βιβλίων.

«Σεις είστε ο Κώστας Τσιρόπουλος;»

Ένα χαμόγελο του συνομιλητή του, τον βεβαίωνε πως βρισκόταν απέναντι στον συγγραφέα.

Νοέμβριος 1976.

Ο υπαξιωματικός της Χωροφυλακής επιστρέφει στην Αθήνα μετά από τέσσερα και κάτι χρόνια στα Σέρβια της Κοζάνης, στο Σκαλοχώρι Βοΐου, στο Λιβάδι Ελασσόνας. Στα χρόνια αυτά, συχνά ταξιδεύει στα δυο βιβλία τού Τσιρόπουλου, πασχίζοντας να μπει στον γοητευτικό στοχασμό του Τσιρόπουλου.

Εκείνο που τον καθηλώνει στις σελίδες των βιβλίων αυτών είναι η τρυφερότητα της διαλεκτικής τού συγγραφέα, καθώς εκείνος αντιμετωπίζει την ανθρώπινη αγωνία μέσα σε μια ολότητα ζωής με εντελώς συγχωρητική διάθεση.

Με λόγο θαρραλέο ο Τσιρόπουλος αποκαλύπτει έναν άλλο Χριστιανισμό, μιαν άλλη θρησκεία, εντελώς διαφορετική από εκείνη που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Είναι ο Χριστιανισμός των ταπεινών, είναι η θρησκεία της παρηγορίας, αυτή που αρνείται τόσο τα κοσμικά στοιχεία, όσο και τις προγονικές προκαταλήψεις.

Στην Αθήνα του 1976, ο αέρας της μεταπολίτευσης επιτρέπει τη γέννηση μιας άλλη πνευματικότητας. Νέοι συγγραφείς, νέα συνθήματα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνομιλεί με τον Μάνο Χατζιδάκι περισσότερο απ’ ό,τι με τους υπουργούς του. Η Μ. Μερκούρη απευθύνεται με επαναστατική διάθεση στις μάζες. Όλα μοιάζουν καινούργια.

Ο χώρος στη στοά της Πανεπιστημίου 10, γίνεται ένα κρησφύγετο και παράλληλα ένα ορμητήριο Ιδεών.

Με δέος παρακολουθώ τη σιωπή κάποιων ανθρώπων, που η πνευματικότητά τους δεν μετριέται με τα κοινά μέτρα και σταθμά. Κεντρικό θέμα στις συζητήσεις η αγωνία για τον Ελληνισμό, η διαλεκτική της δημοκρατίας, το νόημα της ελευθερίας.

Με τα τεράστια γυαλιά του ο Π. Κανελλόπουλος, συγχωρητικός και απολογητικός πρώτα με τον εαυτό του. Ήδη έχει κυκλοφορήσει το μεγαλύτερο από την «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» και ξέρει πως έχει αγκαλιάσει την αιωνιότητα.

Με τη σιωπή του ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος. Ξέρει πως ο τόπος απαλλοτριώνεται. Οι Έλληνες δεν αγαπάνε την Ελλάδα. Μετά την ογκώδη «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία», ο μεγάλος Δάσκαλος ιδρύει και λειτουργεί στη γενέτειρά του την Ελευθέρα Σχολή Φιλοσοφίας «Ο Πλήθων». Γνωρίζει, όμως, πως η υπόθεση του Ελληνισμού είναι χαμένη, όπως γνώριζε και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, όταν αναλάμβανε την αυτοκρατορία, πως η Κωνσταντινούπολη ήταν χαμένη. Ο Κώστας Τσιρόπουλος από τις «Εκδόσεις των φίλων» εκδίδει τη μελέτη του «Το 21 και ο σύγχρονος Ελληνισμός». Αργότερα θα εκδώσει και το μεγάλο δοκίμιό του «Ευρώπη και Σοσιαλισμός».

Με τη γλυκύτητά του ο Κωνσταντίνος Τσάτσος είχε ήδη εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Στον Κώστα Τσιρόπουλο και στις «Εκδόσεις των φίλων» εμπιστεύεται την έκδοση των «Διαλόγων σε Μοναστήρι» και της «Πολιτικής». Αργότερα θα εκδώσει τα «Αισθητικά Μελετήματα», τη «Θεωρία της Τέχνης», τη «Λογοδοσία μιας ζωής» κ. ά.

Είναι οι τρεις της Χαϊδελβέργης.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος από τις «Εκδόσεις των φίλων» δίνει άλλη διάσταση στην πνευματική τους κατάθεση…

Και βέβαια δεν είναι μόνο αυτοί.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος συγκεντρώνει στον χώρο της «Ευθύνης» δεκάδες προσωπικότητες. Εκεί και ο αυστηρός Άγγελος Τερζάκης. Δέος μπροστά στον συγγραφέα της «Πριγκηπέσσας Ιζαμπώ». Ήδη η δημόσια τηλεόραση μεταφέρει τη «Μενεξεδένια Πολιτεία» του. Ήδη έχει εμπιστευθεί στον Κώστα Τσιρόπουλο το «Οι απόγονοι του Κάιν» και το «Ποντοπόροι».

Τον ακούω ένα βράδυ να διαβάζει ένα απόσπασμα από το εισαγωγικό του σημείωμα: «Γεννηθήκαμε ποντοπόροι, δηλαδή όντα που αρματώνουν καράβια, ξεκινάνε για νέες, άγνωστες ηπείρους και δεν ξέρουν ότι εκείνο που τους ξεσηκώνει τα μυαλά, που φουσκώνει την καρδιά τους, είναι η μαγεία του ωκεανού, ο έρωτας της περιπέτειας, το άγνωστο, που περιέχει ένα κυρίως ελκυστικό περιεχόμενο: Να είναι θανατηφόρο».

Στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν μέχρι το θάνατό του, ο ευγενής κύριος Κώστας Τσιρόπουλος, – εκ Λαρίσης, που τον αγνοεί επιδεικτικά – θα συγκεντρώσει δεκάδες σημαντικότατα άρθρα – δοκίμια του Άγγελου Τερζάκη και θα να παραδώσει ως ανεκτίμητη κληρονομιά στις επόμενες γενιές, που θ’ αγνοήσουν προκλητικά τη σκέψη και το έργο τόσο του Τερζάκη, όσο και του Τσιρόπουλου. «Προσανατολισμός στον αιώνα», «Οδοιπόροι μιας εποχής», «Σε καμπή ιστορίας» κ.ά.

Εκεί, στο κρησφύγετο – ορμητήριο του Κώστα Τσιρόπουλου και άλλοι μεγάλοι. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο άνθρωπος που τόσο απλά μίλησε για τα προβλήματα της εποχής με το «Ο στοχασμός και ο λόγος», το «Ομιλίες της γυμνής ψυχής», το «Ο σύγχρονος άνθρωπος», το «Οι σκληροί καιροί», το «Ή σιωπή και ο λόγος», το «Ερήμην των Ελλήνων» και με άλλα πολλά.

Εκεί και ο φιλόσοφος Χρήστος Μαλεβίτσης με την πρωτοπόρα σκέψη του που τη δονούσε η μεταφυσική του Χριστιανισμού. Νεότερος όλων, μάλλον. Είχε ήδη εκδώσει τα δοκίμια «Προοπτικές» από το βιβλιοπωλείο της «Δωδώνης». Είχε γράψει ήδη την εκπληκτική παρουσίαση του μεγάλου Θεσσαλονικιού ποιητή – και αδικημένου – Γιώργου Θέμελη. Είχε ήδη τιμηθεί με το Βραβείο της Εθνικής Τραπέζης για το δοκίμιό του «Η εσωτερική διάσταση» και με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το «Η τραγωδία της ιστορίας». Δυο χρόνια μετά θα τιμηθεί από τη Ακαδημία Αθηνών για το «Αγραυλούντες» και αμέσως μετά «Οι εκδόσεις των φίλων» θα εκδώσουν το σημαντικότατο «Ο έγκοπος λόγος».

Η δραστηριότητα της μικρής παρέας που ηγείται ο Κώστας Τσιρόπουλος δεν σταματάει εδώ. Αυτό είναι ένα πολύ μικρό μέρος.

Οι «Εκδόσεις των φίλων» είναι ο κήπος μιας ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας που αντικρίζει κατάματα τη μεταφυσική του Χριστιανισμού, που αρνείται τον κοσμικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, που θέτει σε νέα βάση την αγωνία του ανθρώπου. Κάθε έκδοσή της αποτελεί και έναν σταθμό κριτικής σκέψης.

Όμως ο Κώστας Τσιρόπουλος δεν μένει μόνο στον δοκιμιακό του λόγο και στις εκδόσεις.

Επιχειρεί ένα θαρραλέο βήμα.

Είναι η εποχή που ο αριστερισμός γίνεται μόδα, σημαία, λατρεία. Άλλωστε στο βάθος του κάδρου ο πολιτικός με το ζιβάγκο ανοίγει τα χέρια του και επαγγέλλεται την πολιτική των φτωχών. Βγαίνει από τα αριστερά του Κ.Κ.Ε. ξεδοντιάζοντάς το. Ευαγγελίζεται για τους Έλληνες πολλά «έξω». Έξω από το ΝΑΤΟ, έξω από την ΕΟΚ, έξω απ’ οτιδήποτε φαντάζει δυναστευτικό.

Οι Έλληνες διανοούμενοι εμφανίζονται μάλλον αποπροσανατολισμένοι. Ο Κώστας Τσιρόπουλος, όμως, επιμένει. Δεν μπορεί να δει τη σωτηρία του ανθρώπου έξω από τον αυθεντικό λόγο της Ορθοδοξίας. Δεν μπορεί να δεχτεί μια διαλεκτική χωρίς την απόλυτη ελευθερία σκέψης. Έχει τ’ αυτιά του ανοιχτά σε κάποιες φωνές που έρχονται από την Ευρώπη και μιλούν για τη σύγχρονη τραγωδία του ανθρώπου. Πρόκειται για τις φωνές των αντιφρονούντων Ρώσων – και όχι μόνο – συγγραφέων και επιστημόνων.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος και οι άλλοι άνθρωποι της «Ευθύνης» προχωρούν στην ελληνική έκδοση του «ΚΟΝΤΙΝΕΝΤ», που είναι το «Ελεύθερο βήμα Ρώσων και ανατολικοευρωπαίων συγγραφέων». Ελληνικός τίτλος: «Ευρωπαϊκή ΗΠΕΙΡΟΣ».

Σολζενίτσιν, Σαχάροβ, Ιονέσκο, Τζίλας, Μιδζέντι, Σιανιάφσκι, Μιχαήλοβ, Ντούμπτσεκ, Μαξίμοφ, Μπουλγκάκοφ, Χάβελ είναι κάποια από τα ονόματα που δημοσιεύουν την κριτική τους σκέψη – διαμαρτυρία απέναντι σε καθεστώτα που συνθλίβουν την προσωπικότητα του ανθρώπου.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος ξεγυμνώνει την αριστερή προπαγάνδα που ήθελε να παρουσιάζει τον κομμουνισμό ως σωτήρα της ανθρωπότητας, όταν στη Ρωσία και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης εξοντώνονταν αδίστακτα χιλιάδες ελεύθερες συνειδήσεις. Ένα μικρό απόσπασμα από την «Αμφισβήτηση του κατεστημένου» (Εκδόσεις των φίλων – 1975), που είναι σαν να γράφεται για τις μέρες μας:

«Μπορούμε πάντως να πούμε πως μια καταπληκτικά οργανωμένη προπαγάνδα, με οξύτατη γλωσσική αίσθηση που ξέρει να ζυγιάζει σωστά κάθε λέξη και με βαθύτατη γνώση της ψυχολογίας των μαζών αλλά και της ψυχολογίας που δημιουργείται στα δημοκρατικά πολιτεύματα, κατόρθωσε ώστε τίποτα απ’ ό,τι ενδιαφέρει και αναφέρεται στον κομμουνισμό να μην ονοματίζεται με το αληθινό του όνομα. Το κομμουνιστικό κίνημα έτσι παρουσιάζεται πάντα από τους βιαστικούς κι επιπόλαιους συχνά δημοσιογράφους του Δυτικού κόσμου, με τον χαρακτηρισμό που εκείνο το ίδιο σοφά διάλεξε: ‘‘δημοκρατικές δυνάμεις’’, ‘‘προοδευτικές δυνάμεις’’, ‘‘φιλελεύθεροι πολίτες’’, και στις έσχατες περιπτώσεις ‘‘αριστερά’’ και κάποτε ‘‘άκρα αριστερά’’ – ενώ οι αντίπαλοι είναι πάντα ‘‘σκοταδιστές’’, ‘‘αντιδραστικοί’’, ‘‘οπορτουνιστές’’ κ.λ.π.».

Από τη μια η «ΕΥΘΥΝΗ» με τα αφιερώματά της, λοιπόν, από την άλλη η «Ευρωπαϊκή ΗΠΕΙΡΟΣ».

Η αγκαλιά των «Εκδόσεων των φίλων» διευρύνεται. Ο κύκλος μεγαλώνει. Απέναντι στο αστείο ως και γελοίο ερώτημα «πού είναι οι διανοούμενοι;» ο Κώστας Τσιρόπουλος και οι συν-μαχητές του έχουν να παρουσιάσουν τεράστιο έργο.

Αλλά ένας λαός που λατρεύει την υποκουλτούρα δύσκολα ν’ αναζητήσει έργα που αναγκάζουν τον νου να δουλέψει. Μένει στην ημιμάθειά του και στην χυδαία καραμέλα πως ξέρει τα πάντα.

Ας είναι…

Και ο θάνατος παρών…

Στις 23 Φεβρουαρίου ο Κώστας Τσιρόπουλος πεθαίνει. Το πληροφορούμαι νωρίς το απόγευμα, από μια ανάρτηση του Γιώργου Γκέλμπεση, που έχει αναλάβει τη «Νέα Ευθύνη», τη διάδοχη κατάσταση στον εκδοτικό χώρο της πορείας χάραξαν «Οι εκδόσεις των φίλων».

Με περιέργεια παρακολουθώ τα βραδινά δελτία ειδήσεων, όπως και τα πρωινά της επόμενης ημέρας. Ούτε μια λέξη. Αντίθετα, μαθαίνω για μια δημοπρασία που αφορά τουαλέτα της Λαίδης Ντι. Αν είχε βγει σε δημοπρασία και το σουτιέν της Μαντόνα, σίγουρα θα μάθαινα και λεπτομέρειες.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος είναι ανύπαρκτος για τον δημοσιογραφικό κόσμο. Κανένας Αυτιάς ή Λυριτζής δεν θ’ ασχοληθεί μαζί του. Αν είχε πεθαίνει κανένας μόδιστρος ή κομμωτής θα μαθαίναμε μέχρι και πόσες αποτριχώσεις είχε κάνει. Η Ελλάδα συνεχίζει να πεθαίνει μέσα στην αφασία της. Η Διδώ Σωτηρίου είχε γράψει: «Οι νεκροί μπορεί να περιμένουν». Γιατί όχι;

Μόνο που κάποιοι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από τους ζωντανούς. Ένας απ’ αυτούς τους πολύ ζωντανούς νεκρούς θα είναι ο Κώστας Τσιρόπουλος. Άλλωστε ο ίδιος στο εισαγωγικό σημείωμα με τίτλο «Τα τροφεία» (26-5-1979) της συλλογής μελετημάτων του για φυσιογνωμίες του Νέου Ελληνισμού «Οι προλαλήσαντες» είχε γράψει για τους συνειδητούς και ανήσυχους, αναγνώστες και τους συγγραφείς που νικούν τον χρόνο:

«Από το ανυποψίαστο όμως άγγισμα ενός βιβλίου ως τον έρωτα των βιβλίων, η απόσταση είναι μεγάλη. Την γεμίζει η παιδεία του ανθρώπου, το περιβάλλον μέσα κι έξω απ’ το σπίτι, αλλά σύντομα η ίδια η ύπαρξη φανερώνει τον εαυτό της και παίρνει την πρωτοβουλία στη συμπεριφορά της προς τα βιβλία.

»Εκείνη θα νιώσει αν το βιβλίο την αφορά κι αν την ορίζει. Κι αν αποφασίσει να προχωρήσει μέσα στο μυστήριο του λόγου, τότε η συμπλοκή της με τα βιβλία τής αποκαλύπτει μια περίεργη, συγκλονιστική πραγματικότητα: πως ανάμεσα στους νεκρούς που λάμνουν μισοσκεπασμένοι στάχτη στ’ ανοιχτά της ζωής, υπάρχουν κάποιοι νεκροί που είναι πιο ζωντανοί απ’ τους ζωντανούς: οι συγγραφείς.

»Αυτοί, κρατώντας στο στήθος τους την αθανασία του λόγου κατορθώνουν να διαπλεύσουν την πικρή τη λήθη και την άσπλαχνη σιγή τού κόσμου ξορκίζοντας τον θάνατο με τις λέξεις…»

Να διαισθανόταν, άραγε, ο Τσιρόπουλος πως μετά το θάνατό του θα έμεινε ζωντανός για κάποιους, έστω λίγους, εκλεκτούς όμως αναγνώστες; Πιστεύω πως, ναι. Είχε την, απαραίτητη προς τούτο, αυτογνωσία αλλά είχε και τη σεμνότητα που τον διαφύλασσε από ολισθήματα που χαρακτηρίζουν κενούς ανθρώπους. Ο Τσιρόπουλος ήταν γεμάτος από πνευματική ζωή και από μια δυσεύρετη αριστοκρατία. Άλλωστε με τον θάνατο είχε, ως γνήσιος στοχαστής, ιδιαίτερη σχέση. Διαβάζω μια συνέντευξη του 1968, που είχε δώσει στον Θανάση Νιάρχο με αιτία την κυκλοφορία του πρώτου του μυθιστορήματος, τα «Φαντάσματα» και που περιλαμβάνεται στη συλλογή συνομιλιών του Νιάρχου «Πραγματογνωμοσύνη της εποχής» (Εκδόσεις των φίλων – αχρονολόγητο):

«Γιατί πεθαίνουμε, γιατί όλοι μας πρέπει κάποτε να πεθάνουμε∙ ερώτημα που σοβαρότερο και συγκλονιστικότερο, δεν μπορεί να υπάρξει για την ανθρώπινη ύπαρξη. Όταν μια εποχή – και τέτοια είναι η δική μας – δεν μπορεί να δώσει απόκριση στο ερώτημα αυτό, ο πολιτισμός της περνά κρίση και οι άνθρωποι παραφρονούν μπροστά στην πραγματικότητα του θανάτου».

Απέναντι στην πραγματικότητα του θανάτου ο Κώστας Τσιρόπουλος θα θέσει τη μεταφυσική και την παρηγορία της Ορθοδοξίας.

Στα 1981 – είναι 51 χρονών τότε – κυκλοφορεί το δοκίμιό του «Πολιτισμός του σώματος», επιχειρώντας ν’ αγγίξει την εσωτερική φωνή της Τέχνης. Εκεί η συζήτηση με τον θάνατο γίνεται απόλυτα χειροπιαστή. Δηλώνοντας πως «η δημιουργία, είτε καλλιτεχνική είτε ερωτο-σαρκική, είναι πράξη τραγική», καταθέτει συνάμα πως «Η αγωνία της δημιουργίας πολιτισμού υπάρχει, επειδή ο άνθρωπος αγωνίζεται να προλάβει τον θάνατό του».

Στο ίδιο δοκίμιο φτάνει στο παρακάτω συμπέρασμα:

«Ο Άγιος υπερβαίνει τον θάνατό του και τον θάνατο του κόσμου με τη μεταφυσική του πίστη. Ο Ποιητής, μ’ αίσθημα προσωπικής αθανασίας, προσπαθεί να μεταπλάσει τον κόσμο και τον εαυτό του, να τον αθανατίσει, να τον καθαρίσει από τον μολυσμό του θανάτου και να τον προσφέρει στους ανθρώπους ως μορφή αθανασίας, μορφή που βρίσκεται πέρα και πάνω από τον θάνατο».

Πλέον ο Τσιρόπουλος, πιο ζωντανός από ποτέ, δεν μένει εδώ. Σεβόμενος τις απόψεις του για τη ζωή και το θάνατο, για την αγωνία του ανθρώπου και τον Θεό, λέω πως μάλλον αναπαύεται στην αγκαλιά της μητέρας του. Αυτήν είχε και για πατέρα, αφού στα εννιά του, ορφάνεψε.

Για τον θάνατο άλλωστε της μητέρας του είχε γράψει και το απολογητικό του κείμενο «Μουσική», το 1989 (εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη), σκέψεις πάνω στη μουσική του Bruckner . Ξεχωρίζω ως επίλογο ένα αγωνιώδες ερώτημα:

«Αγάπης φωνές απελπισμένα φουντώνουν, δαγκώνοντας το σκληρό Ερώτημα: όποιος αγαπά, γιατί πεθαίνει;»

Λάρισα, Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017…

Η ώρα πλησιάζει εννιά το πρωί. Λέω να κλείσω εδώ το κείμενο που λίγο μετά τα μεσάνυχτα άρχισα να γράφω για τον σημαντικό συμπατριώτη, που είχα κάπου επτά χρόνια να συναντήσω. Θυμάμαι κάποια μικρά παράπονα για συμπατριώτες κι εφημερίδες, που προκλητικά τον αγνόησαν.

Όμως με παρηγορεί η σκέψη πως ο φίλος Κώστας Λάνταβος, όταν διηύθυνε το περιοδικό «Γραφή», είχε αφιερώσει ένα τεύχος της στον Κώστα Τσιρόπουλο. Είναι ένα συλλεκτικό πλέον τεύχος και όλη η τιμή ανήκει στον φίλο Κώστα, που και ο ίδιος με τη σειρά του αποτελεί μια παρηγορία γόνιμης δημιουργίας για την πόλη.

Ίσως κάποια μέρα ευαισθητοποιηθεί και κάποια δημοτική αρχή και σε κάποιο κεντρικό δρόμο της πόλης, δώσει το όνομά του, αλλά προβεί και στην ανατύπωση της «Γραφής», μήπως και…
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Καλή Σαρακοστή

Ἡ τελευταία μέρα πρίν ἀπό τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἦταν ἀνέκαθεν γνωστή στό λαό ὡς “Κυριακή τῆς συγγνώμης”. Τήν ἡμέρα αὐτή διαβάζονται τά ἑξῆς λόγια τοῦ Χριστοῦ, “ἐάν δέ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν” (Ματθ. 6,15). Τό ἴδιο βράδυ στήν ἐκκλησία ὁ καθένας ζητᾶ συγγνώμη ἀπό τούς ἄλλους στόν “ἑσπερινός τῆς συγγνώμης” ἔτσι, ὥστε νά εἰσέλθουμε στή Σαρακοστή, στόν καιρό τοῦ καθαρμοῦ, ἐμβαθύνοντας καί ἁγιάζοντας τή ζωή μας, συμφιλιωμένοι μέ τούς ἄλλους.

Συνείδηση εἶναι αὐτό τό μυστηριῶδες βάθος τοῦ νοῦ, πού μᾶς φέρνει τύψεις καί παθιασμένη ἐπιθυμά γιά κάθαρση, ἀναγέννηση καί διόρθωση. Τύψη εἶναι ἀκριβῶς ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως, καί μᾶς ὁδηγεῖ στό πρῶτο σκαλοπάτι τοῦ δρόμου γιά τήν κάθαρση, στήν ἐπιθυμία νά συγχωρήσουμε καί νά συγχωρηθοῦμε, στήν ἴδια τήν Κυριακή “τῆς συγγνώμης”. Γιατί; Γιατί ἡ συγγνώμη καί ἡ ἐπιθυμία γιά συγγνώμη νά μπαίνουν μέσα μας μέ τέτοια σαφήνεια τή στιγμή πού ξεσηκώνεται ἡ συνείδησή μας, ὡς μιά κατεξοχήν ἀπαίτηση; Ἡ ἀπάντηση εἶναι πώς ἡ συνείδηση μᾶς ἀποκαλύπτει ἐπίσης πώς οὐσία τοῦ κακοῦ καί τοῦ ψεύδους εἶναι ἡ διαίρεση, πού ἐμφανίζεται ὡς ἐνοχή μπροστά στούς ἄλλους ἀνθρώπους.

Ὁ Ντοστογιέφσκι, μέ τό στόμα τοῦ γέροντα Ζωσιμᾶ, μᾶς εἶπε πώς “ὁ καθένας εἶναι ἔνοχος γιά ὅλα καί ἀπέναντι σέ ὅλους”. Ἀπό μιά πρώτη ματιά αὐτά τά λόγια φαίνονται ὄχι μόνο ὑπερβολικά, ἀλλά καί ἐντελῶς παράλογα. “Γιατί νά εἶμαι ἔνοχος ἀπέναντι στούς ἄλλους;”, ρωτᾶ ἀπροκάλυπτα ἡ προσβεβλημένη μας λογική, ὁ “ἐξωτερικός” μας νοῦς. Ὅσον ἀφορᾶ τήν “ἠθικότητα”, ἡ λογική μας πιθανῶς νά συμφωνεῖ πώς ναί, κατά κάποιο τρόπο, εἶμαι στήν πραγματικότητα ἔνοχος ἀπέναντι σέ κάποιον, ἀλλά προσθέτει καθησυχαστικά, δέν εἶναι κι αὐτό ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς; Ἄς ἀφήσουμε τή λογική νά ἀμφιβάλει, ἄς ἀφήσουμε ἀκόμη καί τήν ἠθική νά ἐξηγεῖ καί νά ἐκλογικεύει. Ἄς ἀκούσουμε ὅμως τή συνείδηση: ἐκεῖ, πολύ βαθειά μέσα μας, μιά ἥσυχη φωνή μᾶς λέει σταθεά καί ἐπίμονα, “ἔνοχε”. Ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἐνοχή; Δέν πρόκειται γιά συγκεκριμένα παραπτώματα καί διενέξεις, πού εἶναι, νομίζω, ἀρκετά ἀναπόφευκτα. Δέν πρόκειται γιά συνηθισμένα καυγαδάκια καί μικρόψυχους ἐκνευρισμούς. Ὄχι, αὐτή ἡ ἐνοχή πού τόσο ξαφνικά, ἀλλά καί τόσο φανερά ἐμφανίζεται μέσα μου ἔχει τήν πηγή της ἀλλοῦ: στή ζωή μου, πού τόσο πολύ διαπερνᾶται ἀπό τόν ἐγωισμό. Ἡ ἐνοχή συνεπῶς ἐπικεντρώνεται πάνω μου• ὁ “ἄλλος” καί οἱ “ἄλλοι” δέν ἔχουν ὄντως τίποτε τό κοινό μ’ αὐτή, ἐκτός ἀπό τό βαθμό στόν ὁποῖο γίνονται ὄργανα σκοπιμότητας. Ἀκόμη καί ἡ ἀγάπη μας δηλητηριάζεται ἐκ τῶν ἔνδον, ἀκρωτηριάζεται ἀπό τόν “ἐγωισμό”, ἐπειδή ἀκόμη καί στήν ἀγάπη μποροῦμε νά κατέχουμε τό ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης μόνο γιά τόν ἑαυτό μας.

Μόνο ἡ συνείδηση εἶναι αὐτή πού ξαφνικά μᾶς ἀποκαλύπτει μέ ἀνελέητη καθαρότητα ὁλόκληρο τόν κόσμο, ὡς πάλη ὅλων ἐναντίον ὅλων, μιά πάλη πού καταναλώνει τή ζωή ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος. Μόνο ἄν τό αἰσθανθοῦμε καί τό συνειδητοποιήσουμε, μποροῦμε νά ἀρχίσουμε νά ἀκοῦμε ἐσωτερικά τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Ντοστογιεύφσκι, “Ὁ καθένας εἶναι ἔνοχος γιά ὅλα καί ἀπέναντι σέ ὅλους”. Μποροῦμε τότε νά ἀρχίσουμε ἐπίσης νά ἀκοῦμε τήν ἀλήθεια κι ἄλλων λόγων πού εἰπώθηκαν πρίν τόν Ντοστογιέφσκι, ἀπό τόν ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ: “Βρές ἐσύ τή σωτηρία, καί χιλιάδες θά σωθοῦν γύρω σου…”. Βρές ἐσύ τή σωτηρία: ἀλλ’ αὐτό σημαίνει ἀκριβῶς νά σωθεῖς κατ’ ἀρχάς ἀπό αὐτή τήν πρωταρχική ὑποδούλωση στή διαίρεση, ἀπό αὐτό τό ἐσωτερικό διαζύγιο ἀπό τή ζωή καί τούς ἀνθρώπους, ἀπό αὐτή τή συνειδητή ἤ ἀσυνείδητη κατάσταση πάλης στήν ὁποία ζοῦμε.

Νά συγχωρέσεις καί νά συγχωρεθεῖς! Ἔτσι ἀκριβῶς στρεφόμαστε ἀπό τή διαίρεση στήν ἑνότητα, ἀπό τήν ἔχθρα στήν ἀγάπη, ἀπό τό χωρισμό στήν ἔνωση. Τό νά συγχωρεῖς ὅμως δέν εἶναι ἁπλῶς τό νά ἀγνοεῖς τά ἐλαττώματα, ὅπως συχνά ἰσχυριζόμαστε, ἤ τό χειρότερο, νά βγάζεις ἀπό τό μυαλό σου τούς ἄλλους μέ μιά κίνηση τοῦ χεριοῦ ὡς ἀνίατη περίπτωση πού δέν ἀξίζει νά ἀσχοληθεῖ μαζί της κανείς. Συγγνώμη δέν σημαίνει ἀδιαφορία ἤ περιφρόνηση ἤ κυνισμός. Μόνον ὅποιος ἔχει ξαφνικά συνειδητοποιήσει μέ ὅλη του τήν τρομακτικότητα τῆς ἀπουσίας ἀγάπης ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, πού ἔχει αἰσθανθεῖ τήν ἀβυσσαλέα ὀδύνη ἐκείνης τῆς μοναξιᾶς στήν ὁποία ἔχει αὐτοκαταδικαστεῖ ὁ ἄνθρωπος μέ τήν αὐτοδικαίωση καί τόν ἐγωισμό του, μόνο τότε θά μπορέσει νά συγχωρέσει καί νά συγχρηθεῖ.

Ὅλα αὐτά ἐκφράζονται καί ἀκούγονται στήν εὐχή τῆς Ἐκκλησίας τήν Κυριακή τῆς συγχωρήσεως: “Μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι”. Ἐκεῖ βρίσκεται αὐτή ἡ χαρμολύπη, πού μᾶς ἐπιτρέπει τελικά νά κατανοήσουμε τή ρίζα, τήν οὐσία καί τή δύναμη τοῦ κακοῦ: κρύες καρδιές, μαραμένη ἀγάπη, καί ὁ θρίαμβος σ’ αὐτόν τόν κόσμο τῆς ἀτομικῆς αὐτοδικαίωσης, πού μπορεῖ μόνο νά καταλήξει στήν ἀπομόνωση καί στή μοναξιά. Εὐχόμαστε γιά τή συγχώρηση, διψᾶμε νά συγχωρηθοῦμε... Κατά τόν ἴδιο τρόπο πού ἕνα παιδάκι πού λύπησε τή μητέρα του νοσταλγεῖ τό χαμένο παράδεισο τῆς ἀγάπης της, ἔτσι κι ὁ καθένας μας γνωρίζει πώς ἡ διάλυση τοῦ κακοῦ ἀρχίζει μέ αὐτή τή μεταστροφή τῆς ψυχῆς, μέ τό μαλάκωμα τῆς καρδιᾶς, μ’ αὐτή τή δίψα γιά ἀποκαταλλαγή. Γιαὐτό ἀνεξάρτητα ἀπό τό πόσο μακριά φαίνεται πώς εἶναι ἀπό τήν ψυχρή καί σκληρή ζωή μας, ὅπου ἡ συνδετική δύναμη τῆς “συλλογικότητας” σφίγγει μᾶλλον παρά μετριάζει τήν ἀνθρώπινη μοναξιά, ὅσο παράξενο κι ἄν φαίνεται αὐτό στό πνεῦμα τῶν καιρῶν μας, βρίσκεται ἐδῶ, στή δύναμη τῆς συνείδησης, στή δίψα γιά συγχώρεση καί μεταστροφή τῆς ψυχῆς, ἐκεῖ ὅπου βρίσκουμε τήν ἀρχή τῆς πνευματικῆς μας ἀναγέννησης.

Πηγή: Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ, ΕΤΗΣΙΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ, ἐκδόσεις Ἀκρίτας.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Αγάπη για πάντα

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Γενναιοδωρία

Χαράξου κάπου μέ ὁποιονδήποτε τρόπο καί μετά πάλι σβήσου μέ γενναιοδωρία.

Από τη Μαρία Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Ο νόμος του Θεού

- Τί ἔπαθες Μουσταφά μπαμπά, τί μέ κοιτᾶς ξαφνιασμένος;
Ὁ γέρος ἔκαμε τεμενά: - εἶσαι πολλά ὄμορφος σήμερα Νουρήμπεή μου, ἀποκρίθηκε ἀποθαμάζοντας.
Σώπασε λίγο: - Περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι πρέπει.. πρόστεσε χαμηλώνοντας τή φωνή.
Ὁ Νουρήμπεης γέλασε: - Μή γελᾶς μπέη μου, ἔκαμε ὁ γέρος. Ἔχει σύνορα ὁ ἄνθρωπος˙ ἁμαρτία νά τά ξεπερνάει.
- Ἁμαρτία να’ σαί πολλά ὄμορφος, πολλά καλός, πολλά τίμιος;
- Ἁμαρτία, μπέη μου, ἀποκρίθηκε στενάζοντας ὁ γέρος.
- Μά γιατί; Δέν καταλαβαίνω Μουσταφά μπαμπά.
- Μήτε κι ἐγώ παιδί μου˙ μά τέτοιος ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ˙ ἔχε τό νοῦ σου Νουρήμπεη.

Από τον «Καπετάν Μιχάλη» του Νίκου Καζαντζάκη, εκδόσεις Καζαντζάκη.

Το παραπάνω απόσπασμα το έχω θυμηθεί αναρίθμητες φορές σε στιγμές που ένιωθα να κρατώ στα χέρια μου τον κόσμο όλο. Την έχω απευθύνει σε αγαπημένους μου ανθρώπους όσες φορές ένιωθαν κι οι ίδιοι παντοδύναμοι. Την έχω διαβάσει σε ανθρώπους που ήθελαν μια αντιπροσωπευτική δόση της συγγραφικής αίγλης του Καζαντζάκη. Τα χρόνια περνάνε κι η αλήθεια των λόγων του παραμένει άσβηστη. Τα ανθρώπινα σύνορα, η αμαρτία, ο νόμος του Θεού, η ευτυχία, η δικαιοσύνη και το ακατανόητο είναι λίγες από τις εικόνες που συμπυκνώνει εκφραστικά σε τούτο το μικρό απόσπασμα ο μεγάλος Κρητικός.

Ο καπετάν Μιχάλης, ένα από τα κορυφαία έργα του Νίκου Καζαντζάκη φιλοξενεί ως φίλο του κεντρικού ήρωα τον Νουρήμπεη, έναν άνθρωπο που είναι πάνω από τα συνηθισμένα όρια και στην ευγένεια και στα πλούτη και στην αρχοντιά και στην εμφάνιση, γενικότερα έναν ευλογημένο άνθρωπο που οι μοίρες στάθηκαν απέναντί του εξαιρετικά γενναιόδωρες. Συν τοις άλλοις έχει και την ομορφότερη γυναίκα της περιοχής, αν όχι του νησιού ολόκληρου. Μια μέρα λοιπόν ενώ διασχίζει έφιππος τους δρόμους της πόλης, μαγνητίζοντας τα σχόλια και τα βλέμματα θαυμασμού των περίοικων, ένας ζητιάνος γέρος, ο Μουσταφά κοιτάζοντάς τον με θαυμασμό κάνει μαζί του τον παραπάνω διάλογο. Όταν ο Νουρήμπεης απορεί δικαιολογημένα για την έκπληξη που προκαλεί στον συνομιλητή του να είναι κανείς πολύ όμορφος, ο γέρος σοφός απαντά πως είναι μεν θαυμαστό αλλά συνάμα συνιστά αμαρτία. Ύβρη απέναντι στην δίκαιη τάξη του σύμπαντος, απέναντι στους άγραφους ηθικούς νόμους της ζωής. Ένα δώρο που μεταφέρει και μια κατάρα, κάτι που θα προκαλέσει την συντριβή εκείνου που το στολίστηκε για χρόνια. Όντως σε λίγες σελίδες ο ήρωας δολοφονείται άγρια επαληθεύοντας τον φόβο και τη γνώση του Μουσταφά μπαμπά.

Κάθε ένας δηλαδή πολύ όμορφος, πολύ καλός, πολύ προικισμένος, ευλογημένος από τη θεία εύνοια θα τιμωρείται ή πρέπει να τιμωρείται; Τι δώρο τότε είναι αυτό που η ίδια η φύση ή η θεία βούληση πρόσφερε; Το πρόβλημα είναι σε όλα η διαχείριση. Η συνειδητοποίηση πώς είναι να είσαι όχι απλά όμορφος μα «πολλά ὄμορφος», όχι να είσαι «πολλά καλός, πολλά τίμιος» μα να ξεπερνάς τα ανθρώπινα μέτρα γιατί: «Ἔχει σύνορα ὁ ἄνθρωπος˙ ἁμαρτία νά τά ξεπερνάει». Κάθε φορά που τα γεγονότα γλιστρούν από τα δάχτυλά μου η ίδια η ζωή με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έρχεται να το θυμίσει. Η υπέρβαση των ανθρώπινων ορίων συνιστά ύβρη, αυτό που πολύ ωραία εκφράζει ο Μουσταφά ως αμαρτία. Αμαρτία σε ποιον, εξαιτίας ποιου; Γιατί εν τέλει κάποιος αγγελικά πλασμένος που διάγει και βίο ισάγγελο να καταδικάζεται ακουσίως να συντρίβεται λόγω των προτερημάτων του; Τι είδους δικαιοκρισία είναι αυτή και ποιος ο δικαστής; Ακόμη πιο τραγική γίνεται η ερώτηση εάν τύχει και ο δικαστής με τον δωρητή είναι ο ίδιος.

Ο Καζαντζάκης δεν γράφει τυχαία. Γνωρίζει πολύ καλά τους πανάρχαιους νόμους της ζωής και τους μεταφέρει στα χείλη ενός ασήμαντου γέρου που έχει ενώπιόν του το θαυμάσιο θέαμα. Κι αυτό ακριβώς θα τιμωρηθεί. Λόγω της ασέβειάς του, επειδή απλά ξεπέρασε το μέτρο, το μέτρο της ανθρώπινης κατάντιας ή μετριότητας, αυτό που δεν ανέχεται το υψηλό, το πολύ υψηλό, το μοναδικά ιδιαίτερο, το ξεχωριστό ως τα πόδια του Θεού, απλά και μόνο επειδή η θεία δικαιοσύνη, οι νόμοι της ζωής δεν αντέχουν τέτοια ασύγκριτα όρια στην ύπαρξη ανθρώπων με περιορισμένη φύση.

Τότε ποιος τιμωρεί; Ο Θεός; Η ζωή; Η φύση; Είναι αυτό το πράγμα δικαιοσύνη; Η απονομή δικαιοσύνης στις σελίδες του Καπετάν Μιχάλη έρχεται από ανθρώπους. Από συντοπίτες του Νουρήμπεη που δεν αντέχουν την απερίγραπτη αρχοντιά και τιμιότητα του, την ιδανική ομορφιά, την ηρωική γενναιότητα και αξιοθαύμαστη ευγένειά του, που τον ζηλεύουν μέχρι θανάτου γιατί στη δική του αγκαλιά θρονιάζεται η πιο όμορφη γυναίκα της Κρήτης. Και έτσι τον δολοφονούν. Η ίδια η ζωή έρχεται με άγριο τρόπο να επιβεβαιώσει τον πανάρχαιο νόμο της πως το κακό υπάρχει επειδή ακριβώς υπάρχει το καλό. Και το εχθρεύεται, μέχρι θανάτου, ακριβώς γι’ αυτό: επειδή δίχως την δική του ύπαρξη δεν έχει λόγο να αναπνέει, δε σημαίνει τίποτα, δεν αναφέρεται πουθενά, δεν έχει καν λόγο ύπαρξης. Κάθε φορά που γίνεσαι όμορφος, θα σε θαυμάζουν οι άλλοι αλλά θα σε ζηλεύει και το κακό.

Στον καθένα από εμάς η μοίρα είναι μάλλον πιο φειδωλή. Δεν μας γεννά και δεν μας μεγαλώνει όπως τον Νουρήμπεη. Μας χαρίζει όμως σίγουρα κάποιες σπάνιες στιγμές, ίσως και ολόκληρες χρονικές περιόδους, που το θαύμα μοιάζει να πλημμυρίζει την καθημερινότητά μας. Ποιος νέος που πέρασε στη Σχολή των ονείρων του δεν ένιωσε για ένα καλοκαίρι τουλάχιστον ως ο βασιλιάς του κόσμου; ποιος νέος δεν μοιράστηκε τον πρώτο καιρό του έρωτά του τα κλειδιά της βασιλείας με τον φύλακα του Παραδείσου; Ποιος γονιός δεν ξεχείλισε από πληρότητα ευγνωμοσύνης και περηφάνιας οδηγώντας το παιδί του στα σκαλιά της Εκκλησίας, ποιος γονιός δεν ένιωσε μια υποψία θεϊκής καταγωγής κρατώντας για πρώτη φορά στην αγκαλιά του το νεογέννητο παιδί του; Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Η ζωή απέναντι στον κάθε άνθρωπο είναι μεν γενναιόδωρη αλλά στα γρανάζια της δεν κυλά το μέλι δίχως το φαρμάκι μαζί. Το να κρατάς τον κόσμο όλον στη χούφτα σου συνιστά τεράστια ευθύνη γιατί εάν με όποιο τρόπο σου γλιστρήσει τότε δεν χάνεις κάτι εύκολα αναλώσιμο αλλά τον κόσμο όλον. Άλλη το λένε ευτυχία, άλλη ζωή. Ο καθένας το βαφτίζει με διαφορετικές λέξεις ανάλογα με ό,τι αγάπησε σε αυτή την επίγεια περιπέτεια περισσότερο.

Ο τρόπος που ο Μουσταφά κλείνει τον διάλογο με τον χαριτωμένο συνομιλητή του είναι εντυπωσιακός. Όταν ο Νουρήμπεης ζητά μια εξήγηση γιατί όσα έχει και είναι, όλα καλά και άγια, να αποτελούν αμαρτία ο γέρος δηλώνει την άγνοιά του. Όχι μόνοι δεν ξέρει, όχι μόνο μιλά με απόλυτη βεβαιότητα για κάτι που δεν μπορεί ν αποδείξει αλλά φτάνει σε σημείο να πει πως: «τέτοιος ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ». Είναι δηλαδή νόμος του ίδιου του Θεού να συντρίβεται ο αγαθός; Μήπως κάτι ανάλογο δεν άκουσε ο ίδιος ο δαίμονας την ώρα που ξέπεφτε από την παραδείσια ζωή; Μήπως εντέλει ο καθένας από εμάς που ένιωσε για λίγο Θεός ξέχασε πως είναι άνθρωπος; Άραγε υπάρχει ευτυχία στα μέτρα του ανθρώπου που να κρατά αιώνια;

Μια τέτοια αρνητική απάντηση δεν σημαίνει μια αναγκαία παραδοχή με την συντριπτική καθολικότητά και την ανυπέρβλητη ισχύ της; Κάθε φορά που ο άνθρωπος θα νομίζει πως έγινε Θεός, δίχως Θεό, θα έρχεται η ίδια η ζωή να του θυμίζει το ανθρώπινο της φύσης και της ιστορίας του. Σε εμάς ταιριάζει ο δρόμος, ο αγώνας, η απερίγραπτα δύσκολη μα πανέμορφη πορεία μέσα από αναντικατάστατες σχέσεις και χρονικά περάσματα. Το τέλειο στην κάθε είδους ομορφιά το ζηλεύει το κάθε είδους κακό και δεν το νικά πάντοτε. Στην πληρότητα του όποιου Παραδείσου μας κατοικεί κι ένας όφις υπεράνω πάσης υποψίας. Γι’ αυτό κι ο Μουσταφά προειδοποιεί όχι μόνο τον Νουρήμπεη αλλά τον κάθε έναν από εμάς που βάδισε στα χνάρια του Νουρήμπεη: «ἔχε τό νοῦ σου». Η απόλυτη ευτυχία, η τελειότητα δεν είναι του ανθρώπου, του καιρού ημών. Μάθε να διαχειρίζεσαι τα ψήγματά της γιατί αύριο η δικαιοσύνη του κόσμου ετούτου, θα σε τιμωρήσει κάνοντάς την ανάμνηση, απώλεια, παρελθόν˙ οτιδήποτε άλλο από ζωή. Όσοι πολλά όμορφοι… «ἔχετε τό νοῦ σας»!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Πάολες και παλικάρια γινήκαμε μαλλιά κουβάρια…

Προέλευση: imerodromos.gr

H Ελλάδα θα υποκλίνεται αιώνια στο έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Η οικουμένη επίσης. Ο ελληνικός λαός έχει το προνόμιο αυτό το έργο να ανήκει στα δικά του τιμαλφή. Και την ακόμα μεγαλύτερη τιμή να το μοιράζεται με όλον τον κόσμο.

Ο Χατζιδάκις είναι αιώνιος και αθάνατος. Θα παραμείνει στις καρδιές των ανθρώπων όσο υπάρχουν άνθρωποι. Θα παραμείνει στην καρδιά και στο μυαλό του ελληνικού λαού για όσο θα υπάρχει ελληνικός λαός.

Αυτονόητες διαπιστώσεις. Τόσο αυτονόητες όσο η διαπίστωση ότι ο Χατζιδάκις δεν έχει την ανάγκη «προστασίας» από κανέναν. Άλλοι έχουν ανάγκη να υποδύονται ότι τον «θυμούνται» και ότι «σέβονται» το έργο του την ώρα που φροντίζουν – λυσωδώς – να ρίχνουν στη λήθη το περιεχόμενό του.

Αυτό που ζούμε τις τελευταίες μέρες είναι ένας πληθωρισμός αναφορών στον συνθέτη και τούτο όχι με αφορμή το αειθαλές έργο του – που θα έπρεπε να αποτελεί καθημερινά αφορμή και έναυσμα για μια προσπάθεια πολιτιστικής ανάτασης – αλλά με αφορμή την ερμηνεία ενός τραγουδιού του από την τραγουδίστρια κυρία Πάολα στην τηλεοπτική εκπομπή του κ.Σπύρου Παπαδόπουλου.

Μεγάλη η ταραχή, λοιπόν. Μέγας και ο κοπετός. Αντιστοίχως με τα προπέρσινα όταν ο κ.Ρουβάς τραγούδησε το «Αξιον Εστί» του Μίκη: «Και είχε δικαίωμα να τραγουδήσει η Πάολα το τραγούδι»; «Και συνάδουν ο Χατζιδάκις και ο Γκάτσος με το είδος τραγουδιού στο οποίο αρέσκεται η κυρία Πάολα»; «Και πως το είπε η Πάολα, το είπε καλά ή το σκότωσε»;

Παρεμπιπτόντως, ανατρέχοντας στα βίντεο σύμφωνα με το δικό μας αυτί, μια χαρά το είπε η κυρία Πάολα το τραγούδι. Αλλά περί ορέξεως κολοκυθόπιτα… Όσον αφορά το θέμα τώρα ποιος έχει δικαίωμα να τραγουδάει το οτιδήποτε, αυτό κρίνεται πολλαπλώς. Ένα κριτήριο είναι, ας πούμε, αν έχει συναίσθηση τι τραγουδάει κι αυτός που τραγουδάει κι αυτοί που τον ακούνε.

Αλλά αυτό δεν λύνεται με «αστυνομικούς όρους». Διότι αν λυνόταν έτσι, τότε δεν θα ευδοκιμούσε – επί παντός του επιστητού – το φαινόμενο «Πάολες και παλικάρια γινήκαμε μαλλιά κουβάρια». Κατά τα λοιπά, προσωπικώς, θεωρούμε ως ασφαλή βάση για το δικαίωμα του καθενός να εκφράζεται με όρους καλλιτεχνικής δημιουργίας τη σκέψη του Νερούντα: Η ποίηση, έλεγε, δεν ανήκει σε αυτούς που τη γράφουν, ανήκει σε αυτούς που τη χρειάζονται.

Το ερώτημα, επομένως είναι άλλο: Το σύστημα που πουλάει, που προωθεί, που αποθεώνει το «προϊόν Πάολα» – και όχι την τραγουδίστρια ή την κοπέλα Πάολα – ποια ποίηση διδάσκει, τι καλλιεργεί, ποια εκπαιδευτική, εκπολιτιστική, ψυχαγωγική πυξίδα έχει; Τι θέλει; Ενα λαό εξοπλισμένο με τα εργαλεία που του επιτρέπουν να αναγνωρίζει τον ποιητή ή θέλει ένα λαό που θα αντιλαμβάνεται σαν «ποίηση» ό,τι μαλακία κατεβάζει ο «ποιητής εκ του προχείρου έχων τη μορφή του χοίρου»;

Τουτέστιν και επί της (κατά τη γνώμη μας) ουσίας, χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς φιοριτούρες: Το απίθανο, αλλά και συνάμα το αποκαλυπτικό για το που έχουν οδηγήσει τα πράγματα οι ιθύνοντες της τάξης των «εκπολιτιστών» μας που τυγχάνουν και κλειδοκράτορες της βιομηχανίας του θεάματος είναι ότι:

Το κράτος μας
  • επί δεκαετίες – και πολύ καιρό προ κρίσης – διαθέτει λιγότερο από το 0,50% των εσόδων του προϋπολογισμού για τον Πολιτισμό,
  • χρόνια τώρα έχει προχωρήσει στη διά νόμου ιδιωτικοποίηση της Τέχνης ξεπουλώντας την πολιτιστική κληρονομιά στους κάθε λογής «χορηγούς» της αρπαχτής,
  • οι «σωτήρες» του διέπρεψαν στο να εξοστρακίζουν κάθε τι το λαϊκό σαν παρωχημένο και ταυτόχρονα να ανοίγουν τα ταμεία στους φορείς της υποκουλτούρας και της αισθητικής κατάπτωσης,
  • η σχέση τους με τον πολιτισμό ήταν όπου βρίσκονταν και στέκονταν να «ξεσκονίζουν» τους κοσμικούς κυρίους που το παίζουν και ολίγον «ευεργέτες» της Τέχνης,
  • λειτούργησαν ως ενορχηστρωτές της αποβλάκωσης μέσω του σερβιρίσματος της καθημερινής ιλουστρασιόν απολίτιστης βαρβαρότητας στο «πόπολο»,
  • έφτασαν να μαγαρίζουν τους στίχους του Ρίτσου για να διαφημίζουν τα «Fame story» τους,
  • αξιοποίησαν τους τηλεβόες των δημόσιων συχνοτήτων σαν σούπερ μάρκετ διακίνησης και επιβολής του πολιτικού, πολιτιστικού και αισθητικού κατιμά.

Ε, λοιπόν, σε αυτό το κράτος με αυτό το μιντιακό ρουλεμάν είναι που ο Χατζιδάκις ακούγεται… από σπόντα. Ετσι τα κατάφεραν ώστε το θέμα να μην είναι ο Χατζιδάκις (αυτός καθ’ αυτός), το θέμα να μην είναι το έργο του (αυτό καθ’ αυτό), αλλά αν η κυρία Πάολα είχε ή δεν είχε «δικαίωμα» να τραγουδήσει Χατζιδάκι.

Έχουν φέρει, δηλαδή, τα πράγματα στο σημείο (και εδώ το μικρότερο μέρος ευθύνης προφανώς το έχει η κυρία Πάολα) που αντί να μιλάμε για τον Χατζιδάκι με αφορμή τον ίδιο τον Χατζιδάκι, να ακούγεται επι ματαίω το όνομα του Χατζιδάκι με αφορμή την Πάολα.

Ως εκ τούτου – και χωρίς καμία διάθεση υπεροψίας – δεν νιώθουμε καμία έκπληξη για όλο αυτό το κατιναριό στο οποίο επιδόθηκαν και οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: Από τη μια οι δυσκοίλιοι της «αριστοκρατικής» διανόησης – χίλιες φορές καλύτερη η αυθεντικότητα της Πάολας από τον φραγκολεβαντινισμό τους – που ό,τι πιο λαικό και να τους δείξεις αυτοί «σκυλάδικο» και «παρακμή» θα το βαφτίσουν. Κι από την άλλη τα εξίσου σαλονάτα πεκινουά του δημόσιου λόγου που το παίζουν «αιρετικοί», «απελευθερωμένοι» και του «λιμανιού» παριστάνοντας τους πολύ «προχώ» κάθε φορά που βαφτίζουν «λαϊκότητα» το λουμπεναριό.

Έτσι κι αλλιώς, και οι προστάτες της Πάολας και οι προστάτες του Χατζιδάκι, ευκαιρία βρήκαν για να πουλήσουν μούρη στα φέισμπουκ, τη δική τους μόστρα θέλησαν να κάνουν με την ευκολία που προσφέρει στην αναξιότητά τους το «πιπεράτο» – νομίζουν – του θέματος.

Αλλά, μην τρελαθούμε κιόλας: Σιγά μην απειλείται ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Ελύτης, ο Λειβαδίτης, ο Ρίτσος από την Πάολα, ή σιγά μην έχουν ανάγκη όλοι αυτοί της συνηγορίας των αυτόκλητων «προστατών» τους.

Αντιθέτως ανάγκη προστασίας έχουμε όλοι οι υπόλοιποι. Καθότι στο ερώτημα «Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;/ Πότε θα `ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι/ να συνοδεύσουνε την βλακεία/ στην τελευταία της κατοικία;» (Νίκος Γκάτσος «Ελλαδογραφία»), η απάντηση παραμένει ίδια: «’Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα»…
Ολόκληρη η ανάρτηση...