Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Ο άνεμος κι η Άνοιξη

Ὁ ἄνεμος ρέει μέσα στήν καρδιά μας
Σάν οὐρανός πού ἔχασε τό δρόμο
Δέντρα προσπαθοῦν νά τοῦ δέσουν τά χέρια
Ἀλλά μάταια κοπιάζουν
Ὁ ἄνεμος ἀναπνέει μέσα στήν καρδιά μας
Σάν στρατός πού ὁρμάει στόν ἀγῶνα
Τόν καλωσορίζει ἡ ἄνοιξη στήν κοιλάδα
Τόν χαιρετᾶνε τ᾿ ἀρώματα τῆς γῆς
Ἡ ἄνοιξη εἶναι μία παρθένα πού δέν τήν ξέραμε
Καί ὅλους μᾶς φίλησε μέ θάρρος προτοῦ τό ζητήσουμε
Τώρα ἀγκαλιάζει τόν ἄνεμο καί κάνει σάν τρελή
Κι ἀναγκάζει κι ἐμᾶς νά τόν ἀγαπήσουμε

Από τα Ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, εκδόσεις Ζήτρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Μνημόσυνο στον Κώστα Τσιρόπουλο

Προέλευση: fractalart.gr

Δεκέμβριος 1971.

Στη στοά της Πανεπιστημίου 10, ένας δόκιμος της σχολής υπαξιωματικών Χωροφυλακής, παρατηρεί τα βιβλία στην προθήκη ενός μικρού βιβλιοπωλείου. Ανοίγει διστακτικός την πόρτα και ζητά ν’ αγοράσει δυο βιβλία: «Αυτοψία της εποχής» και «Η μαρτυρία του ανθρώπου». Συγγραφέας: Κώστας Τσιρόπουλος.

Καθώς ετοιμάζεται να βγει, ένας ευγενής κύριος, τον ρωτά αν τον ενδιαφέρει ο κόσμος της φιλοσοφίας και αν γνωρίζει τον συγγραφέα. Ο δόκιμος υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, συνεσταλμένος, απαντά πως προσπαθεί να τον γνωρίσει (τον χώρο της φιλοσοφίας), ενώ τον συγγραφέα για πρώτη φορά θα τον διαβάσει.

Ο ευγενής κύριος θα τον ρωτήσει:

«Από πού είστε;»

«Από τη Λάρισα, κύριε…»

Πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του κυρίου.

«Είμαστε πατριώτες. Κι εγώ Λαρισαίος είμαι. Χαίρομαι που σ’ ενδιαφέρει το βιβλίο και ασχολείσαι μ’ αυτό, αν και η Χωροφυλακή που υπηρετείς δεν φημίζεται για τις καλές σχέσεις της με το βιβλίο».

«Μου αρέσει το διάβασμα. Και κάπου – κάπου προσπαθώ να γράψω. Έχω δημοσιεύσει δυο-τρία διηγήματα στην τοπική εφημερίδα, την Ελευθερία…»

«Τι μου λες; Ο πατέρας μου, κάποτε, ήταν αρχισυντάκτης της Ελευθερίας, ο Ευάγγελος Τσιρόπουλος…»

Ο νεαρός δόκιμος υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, ξανακοίταξε τα εξώφυλλα των βιβλίων.

«Σεις είστε ο Κώστας Τσιρόπουλος;»

Ένα χαμόγελο του συνομιλητή του, τον βεβαίωνε πως βρισκόταν απέναντι στον συγγραφέα.

Νοέμβριος 1976.

Ο υπαξιωματικός της Χωροφυλακής επιστρέφει στην Αθήνα μετά από τέσσερα και κάτι χρόνια στα Σέρβια της Κοζάνης, στο Σκαλοχώρι Βοΐου, στο Λιβάδι Ελασσόνας. Στα χρόνια αυτά, συχνά ταξιδεύει στα δυο βιβλία τού Τσιρόπουλου, πασχίζοντας να μπει στον γοητευτικό στοχασμό του Τσιρόπουλου.

Εκείνο που τον καθηλώνει στις σελίδες των βιβλίων αυτών είναι η τρυφερότητα της διαλεκτικής τού συγγραφέα, καθώς εκείνος αντιμετωπίζει την ανθρώπινη αγωνία μέσα σε μια ολότητα ζωής με εντελώς συγχωρητική διάθεση.

Με λόγο θαρραλέο ο Τσιρόπουλος αποκαλύπτει έναν άλλο Χριστιανισμό, μιαν άλλη θρησκεία, εντελώς διαφορετική από εκείνη που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Είναι ο Χριστιανισμός των ταπεινών, είναι η θρησκεία της παρηγορίας, αυτή που αρνείται τόσο τα κοσμικά στοιχεία, όσο και τις προγονικές προκαταλήψεις.

Στην Αθήνα του 1976, ο αέρας της μεταπολίτευσης επιτρέπει τη γέννηση μιας άλλη πνευματικότητας. Νέοι συγγραφείς, νέα συνθήματα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνομιλεί με τον Μάνο Χατζιδάκι περισσότερο απ’ ό,τι με τους υπουργούς του. Η Μ. Μερκούρη απευθύνεται με επαναστατική διάθεση στις μάζες. Όλα μοιάζουν καινούργια.

Ο χώρος στη στοά της Πανεπιστημίου 10, γίνεται ένα κρησφύγετο και παράλληλα ένα ορμητήριο Ιδεών.

Με δέος παρακολουθώ τη σιωπή κάποιων ανθρώπων, που η πνευματικότητά τους δεν μετριέται με τα κοινά μέτρα και σταθμά. Κεντρικό θέμα στις συζητήσεις η αγωνία για τον Ελληνισμό, η διαλεκτική της δημοκρατίας, το νόημα της ελευθερίας.

Με τα τεράστια γυαλιά του ο Π. Κανελλόπουλος, συγχωρητικός και απολογητικός πρώτα με τον εαυτό του. Ήδη έχει κυκλοφορήσει το μεγαλύτερο από την «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» και ξέρει πως έχει αγκαλιάσει την αιωνιότητα.

Με τη σιωπή του ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος. Ξέρει πως ο τόπος απαλλοτριώνεται. Οι Έλληνες δεν αγαπάνε την Ελλάδα. Μετά την ογκώδη «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία», ο μεγάλος Δάσκαλος ιδρύει και λειτουργεί στη γενέτειρά του την Ελευθέρα Σχολή Φιλοσοφίας «Ο Πλήθων». Γνωρίζει, όμως, πως η υπόθεση του Ελληνισμού είναι χαμένη, όπως γνώριζε και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, όταν αναλάμβανε την αυτοκρατορία, πως η Κωνσταντινούπολη ήταν χαμένη. Ο Κώστας Τσιρόπουλος από τις «Εκδόσεις των φίλων» εκδίδει τη μελέτη του «Το 21 και ο σύγχρονος Ελληνισμός». Αργότερα θα εκδώσει και το μεγάλο δοκίμιό του «Ευρώπη και Σοσιαλισμός».

Με τη γλυκύτητά του ο Κωνσταντίνος Τσάτσος είχε ήδη εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Στον Κώστα Τσιρόπουλο και στις «Εκδόσεις των φίλων» εμπιστεύεται την έκδοση των «Διαλόγων σε Μοναστήρι» και της «Πολιτικής». Αργότερα θα εκδώσει τα «Αισθητικά Μελετήματα», τη «Θεωρία της Τέχνης», τη «Λογοδοσία μιας ζωής» κ. ά.

Είναι οι τρεις της Χαϊδελβέργης.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος από τις «Εκδόσεις των φίλων» δίνει άλλη διάσταση στην πνευματική τους κατάθεση…

Και βέβαια δεν είναι μόνο αυτοί.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος συγκεντρώνει στον χώρο της «Ευθύνης» δεκάδες προσωπικότητες. Εκεί και ο αυστηρός Άγγελος Τερζάκης. Δέος μπροστά στον συγγραφέα της «Πριγκηπέσσας Ιζαμπώ». Ήδη η δημόσια τηλεόραση μεταφέρει τη «Μενεξεδένια Πολιτεία» του. Ήδη έχει εμπιστευθεί στον Κώστα Τσιρόπουλο το «Οι απόγονοι του Κάιν» και το «Ποντοπόροι».

Τον ακούω ένα βράδυ να διαβάζει ένα απόσπασμα από το εισαγωγικό του σημείωμα: «Γεννηθήκαμε ποντοπόροι, δηλαδή όντα που αρματώνουν καράβια, ξεκινάνε για νέες, άγνωστες ηπείρους και δεν ξέρουν ότι εκείνο που τους ξεσηκώνει τα μυαλά, που φουσκώνει την καρδιά τους, είναι η μαγεία του ωκεανού, ο έρωτας της περιπέτειας, το άγνωστο, που περιέχει ένα κυρίως ελκυστικό περιεχόμενο: Να είναι θανατηφόρο».

Στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν μέχρι το θάνατό του, ο ευγενής κύριος Κώστας Τσιρόπουλος, – εκ Λαρίσης, που τον αγνοεί επιδεικτικά – θα συγκεντρώσει δεκάδες σημαντικότατα άρθρα – δοκίμια του Άγγελου Τερζάκη και θα να παραδώσει ως ανεκτίμητη κληρονομιά στις επόμενες γενιές, που θ’ αγνοήσουν προκλητικά τη σκέψη και το έργο τόσο του Τερζάκη, όσο και του Τσιρόπουλου. «Προσανατολισμός στον αιώνα», «Οδοιπόροι μιας εποχής», «Σε καμπή ιστορίας» κ.ά.

Εκεί, στο κρησφύγετο – ορμητήριο του Κώστα Τσιρόπουλου και άλλοι μεγάλοι. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο άνθρωπος που τόσο απλά μίλησε για τα προβλήματα της εποχής με το «Ο στοχασμός και ο λόγος», το «Ομιλίες της γυμνής ψυχής», το «Ο σύγχρονος άνθρωπος», το «Οι σκληροί καιροί», το «Ή σιωπή και ο λόγος», το «Ερήμην των Ελλήνων» και με άλλα πολλά.

Εκεί και ο φιλόσοφος Χρήστος Μαλεβίτσης με την πρωτοπόρα σκέψη του που τη δονούσε η μεταφυσική του Χριστιανισμού. Νεότερος όλων, μάλλον. Είχε ήδη εκδώσει τα δοκίμια «Προοπτικές» από το βιβλιοπωλείο της «Δωδώνης». Είχε γράψει ήδη την εκπληκτική παρουσίαση του μεγάλου Θεσσαλονικιού ποιητή – και αδικημένου – Γιώργου Θέμελη. Είχε ήδη τιμηθεί με το Βραβείο της Εθνικής Τραπέζης για το δοκίμιό του «Η εσωτερική διάσταση» και με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το «Η τραγωδία της ιστορίας». Δυο χρόνια μετά θα τιμηθεί από τη Ακαδημία Αθηνών για το «Αγραυλούντες» και αμέσως μετά «Οι εκδόσεις των φίλων» θα εκδώσουν το σημαντικότατο «Ο έγκοπος λόγος».

Η δραστηριότητα της μικρής παρέας που ηγείται ο Κώστας Τσιρόπουλος δεν σταματάει εδώ. Αυτό είναι ένα πολύ μικρό μέρος.

Οι «Εκδόσεις των φίλων» είναι ο κήπος μιας ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας που αντικρίζει κατάματα τη μεταφυσική του Χριστιανισμού, που αρνείται τον κοσμικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, που θέτει σε νέα βάση την αγωνία του ανθρώπου. Κάθε έκδοσή της αποτελεί και έναν σταθμό κριτικής σκέψης.

Όμως ο Κώστας Τσιρόπουλος δεν μένει μόνο στον δοκιμιακό του λόγο και στις εκδόσεις.

Επιχειρεί ένα θαρραλέο βήμα.

Είναι η εποχή που ο αριστερισμός γίνεται μόδα, σημαία, λατρεία. Άλλωστε στο βάθος του κάδρου ο πολιτικός με το ζιβάγκο ανοίγει τα χέρια του και επαγγέλλεται την πολιτική των φτωχών. Βγαίνει από τα αριστερά του Κ.Κ.Ε. ξεδοντιάζοντάς το. Ευαγγελίζεται για τους Έλληνες πολλά «έξω». Έξω από το ΝΑΤΟ, έξω από την ΕΟΚ, έξω απ’ οτιδήποτε φαντάζει δυναστευτικό.

Οι Έλληνες διανοούμενοι εμφανίζονται μάλλον αποπροσανατολισμένοι. Ο Κώστας Τσιρόπουλος, όμως, επιμένει. Δεν μπορεί να δει τη σωτηρία του ανθρώπου έξω από τον αυθεντικό λόγο της Ορθοδοξίας. Δεν μπορεί να δεχτεί μια διαλεκτική χωρίς την απόλυτη ελευθερία σκέψης. Έχει τ’ αυτιά του ανοιχτά σε κάποιες φωνές που έρχονται από την Ευρώπη και μιλούν για τη σύγχρονη τραγωδία του ανθρώπου. Πρόκειται για τις φωνές των αντιφρονούντων Ρώσων – και όχι μόνο – συγγραφέων και επιστημόνων.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος και οι άλλοι άνθρωποι της «Ευθύνης» προχωρούν στην ελληνική έκδοση του «ΚΟΝΤΙΝΕΝΤ», που είναι το «Ελεύθερο βήμα Ρώσων και ανατολικοευρωπαίων συγγραφέων». Ελληνικός τίτλος: «Ευρωπαϊκή ΗΠΕΙΡΟΣ».

Σολζενίτσιν, Σαχάροβ, Ιονέσκο, Τζίλας, Μιδζέντι, Σιανιάφσκι, Μιχαήλοβ, Ντούμπτσεκ, Μαξίμοφ, Μπουλγκάκοφ, Χάβελ είναι κάποια από τα ονόματα που δημοσιεύουν την κριτική τους σκέψη – διαμαρτυρία απέναντι σε καθεστώτα που συνθλίβουν την προσωπικότητα του ανθρώπου.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος ξεγυμνώνει την αριστερή προπαγάνδα που ήθελε να παρουσιάζει τον κομμουνισμό ως σωτήρα της ανθρωπότητας, όταν στη Ρωσία και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης εξοντώνονταν αδίστακτα χιλιάδες ελεύθερες συνειδήσεις. Ένα μικρό απόσπασμα από την «Αμφισβήτηση του κατεστημένου» (Εκδόσεις των φίλων – 1975), που είναι σαν να γράφεται για τις μέρες μας:

«Μπορούμε πάντως να πούμε πως μια καταπληκτικά οργανωμένη προπαγάνδα, με οξύτατη γλωσσική αίσθηση που ξέρει να ζυγιάζει σωστά κάθε λέξη και με βαθύτατη γνώση της ψυχολογίας των μαζών αλλά και της ψυχολογίας που δημιουργείται στα δημοκρατικά πολιτεύματα, κατόρθωσε ώστε τίποτα απ’ ό,τι ενδιαφέρει και αναφέρεται στον κομμουνισμό να μην ονοματίζεται με το αληθινό του όνομα. Το κομμουνιστικό κίνημα έτσι παρουσιάζεται πάντα από τους βιαστικούς κι επιπόλαιους συχνά δημοσιογράφους του Δυτικού κόσμου, με τον χαρακτηρισμό που εκείνο το ίδιο σοφά διάλεξε: ‘‘δημοκρατικές δυνάμεις’’, ‘‘προοδευτικές δυνάμεις’’, ‘‘φιλελεύθεροι πολίτες’’, και στις έσχατες περιπτώσεις ‘‘αριστερά’’ και κάποτε ‘‘άκρα αριστερά’’ – ενώ οι αντίπαλοι είναι πάντα ‘‘σκοταδιστές’’, ‘‘αντιδραστικοί’’, ‘‘οπορτουνιστές’’ κ.λ.π.».

Από τη μια η «ΕΥΘΥΝΗ» με τα αφιερώματά της, λοιπόν, από την άλλη η «Ευρωπαϊκή ΗΠΕΙΡΟΣ».

Η αγκαλιά των «Εκδόσεων των φίλων» διευρύνεται. Ο κύκλος μεγαλώνει. Απέναντι στο αστείο ως και γελοίο ερώτημα «πού είναι οι διανοούμενοι;» ο Κώστας Τσιρόπουλος και οι συν-μαχητές του έχουν να παρουσιάσουν τεράστιο έργο.

Αλλά ένας λαός που λατρεύει την υποκουλτούρα δύσκολα ν’ αναζητήσει έργα που αναγκάζουν τον νου να δουλέψει. Μένει στην ημιμάθειά του και στην χυδαία καραμέλα πως ξέρει τα πάντα.

Ας είναι…

Και ο θάνατος παρών…

Στις 23 Φεβρουαρίου ο Κώστας Τσιρόπουλος πεθαίνει. Το πληροφορούμαι νωρίς το απόγευμα, από μια ανάρτηση του Γιώργου Γκέλμπεση, που έχει αναλάβει τη «Νέα Ευθύνη», τη διάδοχη κατάσταση στον εκδοτικό χώρο της πορείας χάραξαν «Οι εκδόσεις των φίλων».

Με περιέργεια παρακολουθώ τα βραδινά δελτία ειδήσεων, όπως και τα πρωινά της επόμενης ημέρας. Ούτε μια λέξη. Αντίθετα, μαθαίνω για μια δημοπρασία που αφορά τουαλέτα της Λαίδης Ντι. Αν είχε βγει σε δημοπρασία και το σουτιέν της Μαντόνα, σίγουρα θα μάθαινα και λεπτομέρειες.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος είναι ανύπαρκτος για τον δημοσιογραφικό κόσμο. Κανένας Αυτιάς ή Λυριτζής δεν θ’ ασχοληθεί μαζί του. Αν είχε πεθαίνει κανένας μόδιστρος ή κομμωτής θα μαθαίναμε μέχρι και πόσες αποτριχώσεις είχε κάνει. Η Ελλάδα συνεχίζει να πεθαίνει μέσα στην αφασία της. Η Διδώ Σωτηρίου είχε γράψει: «Οι νεκροί μπορεί να περιμένουν». Γιατί όχι;

Μόνο που κάποιοι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από τους ζωντανούς. Ένας απ’ αυτούς τους πολύ ζωντανούς νεκρούς θα είναι ο Κώστας Τσιρόπουλος. Άλλωστε ο ίδιος στο εισαγωγικό σημείωμα με τίτλο «Τα τροφεία» (26-5-1979) της συλλογής μελετημάτων του για φυσιογνωμίες του Νέου Ελληνισμού «Οι προλαλήσαντες» είχε γράψει για τους συνειδητούς και ανήσυχους, αναγνώστες και τους συγγραφείς που νικούν τον χρόνο:

«Από το ανυποψίαστο όμως άγγισμα ενός βιβλίου ως τον έρωτα των βιβλίων, η απόσταση είναι μεγάλη. Την γεμίζει η παιδεία του ανθρώπου, το περιβάλλον μέσα κι έξω απ’ το σπίτι, αλλά σύντομα η ίδια η ύπαρξη φανερώνει τον εαυτό της και παίρνει την πρωτοβουλία στη συμπεριφορά της προς τα βιβλία.

»Εκείνη θα νιώσει αν το βιβλίο την αφορά κι αν την ορίζει. Κι αν αποφασίσει να προχωρήσει μέσα στο μυστήριο του λόγου, τότε η συμπλοκή της με τα βιβλία τής αποκαλύπτει μια περίεργη, συγκλονιστική πραγματικότητα: πως ανάμεσα στους νεκρούς που λάμνουν μισοσκεπασμένοι στάχτη στ’ ανοιχτά της ζωής, υπάρχουν κάποιοι νεκροί που είναι πιο ζωντανοί απ’ τους ζωντανούς: οι συγγραφείς.

»Αυτοί, κρατώντας στο στήθος τους την αθανασία του λόγου κατορθώνουν να διαπλεύσουν την πικρή τη λήθη και την άσπλαχνη σιγή τού κόσμου ξορκίζοντας τον θάνατο με τις λέξεις…»

Να διαισθανόταν, άραγε, ο Τσιρόπουλος πως μετά το θάνατό του θα έμεινε ζωντανός για κάποιους, έστω λίγους, εκλεκτούς όμως αναγνώστες; Πιστεύω πως, ναι. Είχε την, απαραίτητη προς τούτο, αυτογνωσία αλλά είχε και τη σεμνότητα που τον διαφύλασσε από ολισθήματα που χαρακτηρίζουν κενούς ανθρώπους. Ο Τσιρόπουλος ήταν γεμάτος από πνευματική ζωή και από μια δυσεύρετη αριστοκρατία. Άλλωστε με τον θάνατο είχε, ως γνήσιος στοχαστής, ιδιαίτερη σχέση. Διαβάζω μια συνέντευξη του 1968, που είχε δώσει στον Θανάση Νιάρχο με αιτία την κυκλοφορία του πρώτου του μυθιστορήματος, τα «Φαντάσματα» και που περιλαμβάνεται στη συλλογή συνομιλιών του Νιάρχου «Πραγματογνωμοσύνη της εποχής» (Εκδόσεις των φίλων – αχρονολόγητο):

«Γιατί πεθαίνουμε, γιατί όλοι μας πρέπει κάποτε να πεθάνουμε∙ ερώτημα που σοβαρότερο και συγκλονιστικότερο, δεν μπορεί να υπάρξει για την ανθρώπινη ύπαρξη. Όταν μια εποχή – και τέτοια είναι η δική μας – δεν μπορεί να δώσει απόκριση στο ερώτημα αυτό, ο πολιτισμός της περνά κρίση και οι άνθρωποι παραφρονούν μπροστά στην πραγματικότητα του θανάτου».

Απέναντι στην πραγματικότητα του θανάτου ο Κώστας Τσιρόπουλος θα θέσει τη μεταφυσική και την παρηγορία της Ορθοδοξίας.

Στα 1981 – είναι 51 χρονών τότε – κυκλοφορεί το δοκίμιό του «Πολιτισμός του σώματος», επιχειρώντας ν’ αγγίξει την εσωτερική φωνή της Τέχνης. Εκεί η συζήτηση με τον θάνατο γίνεται απόλυτα χειροπιαστή. Δηλώνοντας πως «η δημιουργία, είτε καλλιτεχνική είτε ερωτο-σαρκική, είναι πράξη τραγική», καταθέτει συνάμα πως «Η αγωνία της δημιουργίας πολιτισμού υπάρχει, επειδή ο άνθρωπος αγωνίζεται να προλάβει τον θάνατό του».

Στο ίδιο δοκίμιο φτάνει στο παρακάτω συμπέρασμα:

«Ο Άγιος υπερβαίνει τον θάνατό του και τον θάνατο του κόσμου με τη μεταφυσική του πίστη. Ο Ποιητής, μ’ αίσθημα προσωπικής αθανασίας, προσπαθεί να μεταπλάσει τον κόσμο και τον εαυτό του, να τον αθανατίσει, να τον καθαρίσει από τον μολυσμό του θανάτου και να τον προσφέρει στους ανθρώπους ως μορφή αθανασίας, μορφή που βρίσκεται πέρα και πάνω από τον θάνατο».

Πλέον ο Τσιρόπουλος, πιο ζωντανός από ποτέ, δεν μένει εδώ. Σεβόμενος τις απόψεις του για τη ζωή και το θάνατο, για την αγωνία του ανθρώπου και τον Θεό, λέω πως μάλλον αναπαύεται στην αγκαλιά της μητέρας του. Αυτήν είχε και για πατέρα, αφού στα εννιά του, ορφάνεψε.

Για τον θάνατο άλλωστε της μητέρας του είχε γράψει και το απολογητικό του κείμενο «Μουσική», το 1989 (εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη), σκέψεις πάνω στη μουσική του Bruckner . Ξεχωρίζω ως επίλογο ένα αγωνιώδες ερώτημα:

«Αγάπης φωνές απελπισμένα φουντώνουν, δαγκώνοντας το σκληρό Ερώτημα: όποιος αγαπά, γιατί πεθαίνει;»

Λάρισα, Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017…

Η ώρα πλησιάζει εννιά το πρωί. Λέω να κλείσω εδώ το κείμενο που λίγο μετά τα μεσάνυχτα άρχισα να γράφω για τον σημαντικό συμπατριώτη, που είχα κάπου επτά χρόνια να συναντήσω. Θυμάμαι κάποια μικρά παράπονα για συμπατριώτες κι εφημερίδες, που προκλητικά τον αγνόησαν.

Όμως με παρηγορεί η σκέψη πως ο φίλος Κώστας Λάνταβος, όταν διηύθυνε το περιοδικό «Γραφή», είχε αφιερώσει ένα τεύχος της στον Κώστα Τσιρόπουλο. Είναι ένα συλλεκτικό πλέον τεύχος και όλη η τιμή ανήκει στον φίλο Κώστα, που και ο ίδιος με τη σειρά του αποτελεί μια παρηγορία γόνιμης δημιουργίας για την πόλη.

Ίσως κάποια μέρα ευαισθητοποιηθεί και κάποια δημοτική αρχή και σε κάποιο κεντρικό δρόμο της πόλης, δώσει το όνομά του, αλλά προβεί και στην ανατύπωση της «Γραφής», μήπως και…
Ολόκληρη η ανάρτηση...